Για να εκτιμήσει κανείς το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι καλό να έχει υπ’όψη του μια ανάλυση του Χίτσκοκ για τη δημιουργία έντασης και αγωνίας στο κοινό, που έχει επαναλάβει σε συνεντεύξεις του.
H
9η ταινία του
Κουέντιν Ταραντίνο (κατά την αρίθμηση του σκηνοθέτη, που θεωρεί το Kill Bill ως μία ταινία και έχει δηλώσει πως θα γυρίσει μόνο 10) που για
άλλους είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς, για άλλους είναι απλά
ένας προβοκάτορας που χρησιμοποιεί την ακραία βία ,ήταν ένα από τα
κινηματογραφικά γεγονότα που αναμένονταν αυτό το καλοκαίρι, για πολλούς λόγους.
Το φοβερό καστ και το θέμα που ακουγόταν πως είχε να κάνει με το φόνο της Σάρον
Τέιτ , δημιουργούσαν ένα παραπάνω ενδιαφέρον, στο οποίο ήρθαν να προστεθούν οι
αντικρουόμενες απόψεις για τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας ,το ρόλο της Μαργκότ
Ρόμπι ,το αινιγματικό φινάλε και μια τελευταία διένεξη για τον τρόπο που
παρουσιάζει τον Μπρους Λι στην ταινία. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Ταραντίνο
είναι ένας από τους λίγους πραγματικούς γνώστες του κινηματογράφου και πως
κάποιες ταινίες του είχαν φοβερή απήχηση και σχολιάστηκαν ,αναλύθηκαν ,αγαπήθηκαν
και μισήθηκαν όσο λίγες τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ο καλύτερος τόπος για
να μην απογοητευτεί κανείς για μια ταινία ενός σκηνοθέτη όπως ο Ταραντίνο με
αυτό το απίστευτο καστ είναι να είναι προετοιμασμένος για το χειρότερο.
Προσωπικά πήγα περιμένοντας να δω ό,τι χειρότερο , με την εμπειρία των «Μισητών
Οχτώ» που δεν μου άρεσαν. Πριν ξεκινήσει η ταινία με τα τρέιλερ του ριμέικ της "Λάμψης" ,του σίκουελ του ριμέικ του "Το αυτό" και "Fast and Furious" ούτε που θυμάμαι πόσο να προβάλλονται και με την εξαφάνιση κάθε πρωτοτυπίας στο αμερικάνικο σινεμά τα τελευταία χρόνια είχα ήδη αλλάξει γνώμη και τελικά δεν χρειαζόταν, γιατί το «Κάποτε στο
Χόλιγουντ» είναι μια υπέροχη ταινία.
Το «Κάποτε στο
Χόλιγουντ» είναι μια ταινία που διαδραματίζεται στο 1969 στο Χόλιγουντ .
Eίναι η εποχή των μεγάλων κοινωνικών αγώνων και αναταραχών, των χίππυς , του πολέμου του Βιετνάμ, της έξαρσης της βίας και των δολοφονιών μεγάλων πολιτικών με τις τέχνες κάθε είδους να ακολουθούν τις ιδέες και την ατμόσφαιρα της εποχής και να γνωρίζουν μεγάλες αλλαγές στη μορφή και το περιεχόμενο και μια παγκόσμια άνθηση. Η βιομηχανία του Χόλιγουντ μεταλλάσσεται κι αυτή με έναν τρόπο που παρουσιάζεται μέσα από την ιστορία τριών προσώπων αντιπροσωπευτικών της εποχής. Ο ηθοποιός Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) έχει πρωταγωνιστήσει σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές ,χωρίς ποτέ να καταφέρει να φτάσει στη μεγάλη οθόνη και βιώνει την παρακμή .Ο κασκαντέρ και οδηγός του , Κλιφ Ρουθ (Μπραντ Πιτ) τον ακολουθεί, του συμπαραστέκεται ,ενώ και ο ίδιος έχει προβλήματα εύρεσης εργασίας. Παράλληλα, η πανέμορφη Σάρον Τέιτ (Μαργκότ Ρόμπι) που μένει δίπλα στη βίλλα του Ντάλτον, μαζί με τον διάσημο σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι ,είναι ένα ανερχόμενο αστέρι που βιώνει με ρομαντισμό την αρχή της αναγνωρισιμότητάς της με τη συμμετοχή της στις ταινίες του κινηματογράφου .Επίσης συμμετέχει ο Αλ Πατσίνο, σε ένα μικρό ρόλο που "αφυπνίζει" τον ήρωα .
Eίναι η εποχή των μεγάλων κοινωνικών αγώνων και αναταραχών, των χίππυς , του πολέμου του Βιετνάμ, της έξαρσης της βίας και των δολοφονιών μεγάλων πολιτικών με τις τέχνες κάθε είδους να ακολουθούν τις ιδέες και την ατμόσφαιρα της εποχής και να γνωρίζουν μεγάλες αλλαγές στη μορφή και το περιεχόμενο και μια παγκόσμια άνθηση. Η βιομηχανία του Χόλιγουντ μεταλλάσσεται κι αυτή με έναν τρόπο που παρουσιάζεται μέσα από την ιστορία τριών προσώπων αντιπροσωπευτικών της εποχής. Ο ηθοποιός Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) έχει πρωταγωνιστήσει σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές ,χωρίς ποτέ να καταφέρει να φτάσει στη μεγάλη οθόνη και βιώνει την παρακμή .Ο κασκαντέρ και οδηγός του , Κλιφ Ρουθ (Μπραντ Πιτ) τον ακολουθεί, του συμπαραστέκεται ,ενώ και ο ίδιος έχει προβλήματα εύρεσης εργασίας. Παράλληλα, η πανέμορφη Σάρον Τέιτ (Μαργκότ Ρόμπι) που μένει δίπλα στη βίλλα του Ντάλτον, μαζί με τον διάσημο σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι ,είναι ένα ανερχόμενο αστέρι που βιώνει με ρομαντισμό την αρχή της αναγνωρισιμότητάς της με τη συμμετοχή της στις ταινίες του κινηματογράφου .Επίσης συμμετέχει ο Αλ Πατσίνο, σε ένα μικρό ρόλο που "αφυπνίζει" τον ήρωα .
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, με τον Μπραντ Πιτ να υπερέχει και να κάνει την καλύτερη ίσως εμφάνισή του σε ταινία.
Oι χαρακτήρες
χρησιμοποιούνται περισσότερο ως σύμβολα στην ταινία. Ο ηθοποιός που στην
τηλεόραση κάνει φοβερά κατορθώματα και έρχεται αντιμέτωπος με μεγάλους κινδύνους
και εχθρούς, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει έτσι, έρχεται όμως αντιμέτωπος
με τον κίνδυνο του τέλους της καριέρας του και έχει να αντιμετωπίσει τους παραγωγούς
που τον εκμεταλλεύονται, τους ανταγωνιστές του που τον υποσκάπτουν και τη δική
του ανασφάλεια και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά . Ο ηθοποιός είναι ένα παιδί
που βλέπει ιδεαλιστικά την τέχνη του και είναι παγιδευμένος σε ένα σύστημα που
τον χρησιμοποιεί για το κέρδος, κι όπως τον ανέβασε μέχρι ενός σημείου τον
κατεβάζει. Ο κασκαντέρ δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη, απλά είναι ένας άνθρωπος
που ζει μονίμως με τον κίνδυνο και στα όριά του , ζει απ’ αυτό και με αυτόν τον τρόπο και εκτός των πλατό , στην
καθημερινή πραγματικότητα, όπου ο κίνδυνος μπορεί να παραμονεύει παντού. Φέρει
το βάρος παλιών επιλογών και πράξεών του ,είναι πραγματικός φίλος, δεν θα
δειλιάσει , δεν θα δυσκολέψει κανέναν, ούτε θα πει ψέματα, προσπαθεί να λειτουργήσει
στα όρια που του έχουν τεθεί και να προφυλάσσεται
από καταστάσεις που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν. Μπαίνει στα δύσκολα , αυτή
είναι η δουλειά του. Και η δυσκολία
είναι ο κίνδυνος που αλλάζει μορφές και ακόμα περισσότερο ο ντόμπρος και
ανυπότακτος χαρακτήρας του, που πληρώνει συνεχώς , λέει «fair enough» και συνεχίζει. Ο κασκαντέρ είναι τελικά ο
άνθρωπος στον οποίο αναφέρονται όλες αυτές
οι ταινίες δράσης, των οποίων η αληθοφάνεια στηρίζεται στις δυνατότητες και το
χαρακτήρα του, ο κασκαντέρ τελικά είναι η αλήθεια του σινεμά. Και οι δύο ήρωες είναι τελικά
πρόσωπα με που έχουν μια τραγική διάσταση στο χρόνο, που έχουν παγιδευτεί σε καταστάσεις κι όμως μάχονται συνεχώς τον εαυτό τους. Αυτή η τραγικότητα ενισχύεται με την παρουσίαση
της Σάρον Τέιτ, το μοντέλο και ανερχόμενο αστέρι Σάρον Τέιτ , που βιώνει την εμφάνισή της στις αφίσες των
κινηματογράφων και ζει με τον σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι , όνομα με πέραση τότε , που
είναι αναμενόμενο να της εξασφαλίσει μια μεγάλη καριέρα, με τη γνωστή κατάληξη του
άγριου φονικού των χίππηδων οπαδών του Τσαρλς Μάνσον.
Ο τίτλος
παραπέμπει σε παραμύθι και επίσης θυμίζει τα γουέστερν σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε,
στα οποία επίσης γίνεται αναφορά στην ταινία. Ο Ταραντίνο όντως δημιουργεί ένα
παραμύθι, αλλάζοντας την ιστορική αλήθεια, κάτι για το οποίο προειδοποιεί ήδη
από την αρχή της ταινίας, που παρουσιάζει τον Ντάλτον να παίζει σε μια σκηνή όπου
δολοφονεί μια ομάδα ναζί με τρόπο που θυμίζει τη σκηνή των «Άδωξη Μπάσταρδοι» όπου
σκοτώνεται ο Χίτλερ. Με τη μαεστρία στη διήγηση που τον χαρακτηρίζει, ενώνει και
πάλι διαφορετικές ιστορίες, που θα συναντηθούν στο τέλος, όχι όμως για να
αποκαλύψουν την πραγματικότητα όπως στο "Pulp Fiction "ή το "Jackie
Brown", αλλά για να
αναδείξει τις βαθύτερες αιτίες σε μια πολύ πικρή και στενάχωρη πραγματικότητα
που είναι γνωστή και για να προσφέρει ένα εναλλακτικό τέλος. Το σινεμά και το Χόλιγουντ
στο οποίο αναφέρεται η ταινία δημιουργήθηκε και υπάρχει για να προσφέρει μια
διαδικασία απόδρασης από την καθημερινότητα . Ο Ταραντίνο αναπαριστά την εποχή
με τέλειο στην κάθε λεπτομέρεια τρόπο, παρουσιάζει την αθωότητά της και την ατμόσφαιρα
που επικρατεί και φτάνει μέχρι το τραγικό γεγονός αποδίδοντας την αλήθεια που ο
ίδιος έχει βιώσει στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το παραμύθι του είναι μέχρι
το τελευταίο 20λεπτο της ταινίας η ρεαλιστική απεικόνιση μιας παραμυθένιας
εποχής ,με ένα ρεαλισμό χαρακτήρων και συναισθημάτων που δημιουργεί μια
μελαγχολία με τη γνώση της σημερινής πραγματικότητας και όσα έχουν συμβεί ως
επακόλουθα όσων βλέπουμε . Επίσης, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς από μια
ταινία του Ταραντίνο. μέχρι το τελευταίο 20λεπτο δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου βία
και καθόλου αίμα.
Θυμίζει η απεικόνιση της εποχής από τον Ταραντίνο δύο αριστουργηματικές ταινίες που επίσης αναφέρονται σε αυτή. Το “ZODIAC " του Ντέιβιντ Φίντσερ και το περσινό "ROMA" του Αλφόνσο Κουαρόν. Ίσως η εμπειρία του «Zodiac» που εμφανίζει το παραλήρημα της αμερικάνικης κοινωνίας για τον κατά συρροή δολοφόνο και το φόβο που ήρθε να φωλιάσει για πάντα στα σπίτια των ανθρώπων που ζούσαν μπροστά σε μια τηλεόραση, διώχνοντας δια παντός κάθε αθωότητα, βοηθά τον Ταραντίνο με τις γνώριμες εικόνες να μην επιμείνει σε αυτή την παρουσίαση και να προσθέσει το στοιχείο πως η βία που αναπαράγει η τηλεόραση γίνεται το άλλοθι των παρανοϊκών δολοφόνων. Ανάλογα , η εμπειρία του «Ρόμα» προσφέρει με τέλειο τρόπο την ατμόσφαιρα της εποχής για κάποιον που δεν την έχει ζήσει και το συναίσθημα της απώλειας της αθωότητας. Το συναίσθημα του «ξέρουμε τί συνέβη μετά» που υπάρχει στο «Ρόμα» είναι ακόμη πιο έντονο στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ».
Το «Κάποτε στο
Χόλιγουντ» είναι ένα καίριο update
στον κινηματογράφο του Ταραντίνο
, που ουσιαστικά δηλώνει πως έκανε πάντοτε σινεμά για το σινεμά και πως η ακραία βία που μπορεί
και να προκαλεί το γέλιο βρίσκεται στις ταινίες του για να διασκεδάσει όσους
μπορούν να διασκεδάσουν με αυτή και να ξορκίσει τη βία της αληθινής ζωής, που είναι
πολύ πιο σκληρή , πολύ πιο πικρή και πολύ πιο άδικη από αυτή στις ταινίες. Αφού
μας παρουσιάσει ρεαλιστικά μια πραγματικότητα που έχει ζήσει και μας κάνει μια
περιήγηση στον τόπο , το χρόνο και τους ανθρώπους, επιστρέφει με πίκρα και
αποστροφή στο παραμύθι του , για να δώσει μια άλλη εκδοχή με μια βία που μπορεί
και να προσφέρει και γέλιο, δημιουργεί όμως και μια μελαγχολία με τη γνώση των
πραγματικών γεγονότων. Εφαρμόζει για τη δημιουργία της έντασης και της αγωνίας
τον τρόπο του Χίτσκοκ, που έλεγε πως το να δείξεις στο κοινό μια βόμβα να
εκρήγνυται δεν δημιουργεί ένταση, παρά μόνο απογοητεύει , όταν όμως το κοινό
ξέρει πως υπάρχει μια βόμβα που πρόκειται να εκραγεί, τότε η συναισθηματική
ανταπόκριση του κοινού είναι διαφορετική και η βόμβα δεν πρέπει ποτέ να
εκραγεί. Η ύπαρξη της «βόμβας» που θα
εκραγεί και το εξαιρετικά ειδεχθές
έγκλημα στο σπίτι της Σάρον Τέιτ που πρόκειται να συμβεί , παρουσιάζεται μέχρι
το τέλος , αλλά δεν «εκρήγνυται» ποτέ , με τα πράγματα παίρνουν στην ταινία μια
άλλη τροπή και ένα άλλο φονικό να συμβαίνει. Ένα φονικό που μπορεί να γίνει
ταυτόχρονα διασκεδαστικό όσο ξορκίζει την αλήθεια, όσο και στενάχωρο, όσο μας θυμίζει
τα πραγματικά περιστατικά. Η ένταση στο φινάλε είναι πλασματική («fictional»)και χρησιμοποιεί τη συμπάθεια που έχουμε
καλλιεργήσει για τους ήρωες, είναι μόνο για τη διασκέδασή μας. Με το «εναλλακτικό
φινάλε» η καριέρα του Ρικ Ντάλτον ανακάμπτει , αυτός επιβιώνει του φονικού, λειτουργεί
με ανάλογο τρόπο με τους ήρωες που ερμηνεύει και ίσως όντως η γνωριμία του με
τον Πολάσκι να του ανοίξει νέους δρόμους. Ο Κλιφ Ρουθ εξοντώνει τη συμμορία των
χίππυς του Μάνσον και αναφέρει τις γελοιότητες περί σατανιστών στους δημοσιογράφους.Όμως
όλοι γνωρίζουμε την αλήθεια και πως η «βόμβα» εξεράγη, όπως στους "Inglorious basterds" γνωρίζουμε πως ο Χίτλερ δεν δολοφονήθηκε ποτέ και όσες αγριότητες επακολούθησαν. Αυτό είναι που κάνει το «Κάποτε
στο Χόλιγουντ» μια σπουδαία ταινία και του δίνει παράλληλα την ευκαιρία να «εξηγηθεί»
για τη βία των ταινιών του και να αφήσει στο κοινό την ευκαιρία να επιλέξει ανάμεσα
στην ψεύτικη, τη fictional βία που μπορεί
να προκαλέσει και γέλιο και στη σκληρή πραγματικότητα που δεν σηκώνει αστεία. Η
ψεύτικη βία του είναι μια άρνηση της πραγματικής και αυτό δεν μπορεί να του το
αρνηθεί κανείς.
Ο Ταραντίνο δεν
εξιλεώνει μόνο τον εαυτό του με αυτή την ταινία, αλλά από μέρους του και όλη τη
βία στον κινηματογράφο. Όπως π.χ. το «Βρώμικο Χάρρυ» της εποχής (που αναφέρεται
επίσης στην ιστορία των δολοφονιών του Ζόντιακ), με τον Κλιντ Ίστγουντ που μετά από μια παρακμιακή
πορεία στα τηλεοπτικά γουέστερν ξεκίνησε τη μόδα των γουέστερν σπαγγέτι και το
1994 προσέφερε το Χρυσό Φοίνικα στο «Pulp Fiction”, τον Μπαρτ Ρέινολντς που ήταν να παίξει ένα μικρό ρόλο στο «Κάποτε
στο Χόλιγουντ» αλλά δεν πρόλαβε και πολλούς άλλους. Επίσης στην πικρή γεύση για
την ιστορία των ηθοποιών ήρθε να συμβάλλει και ο πρόσφατος θάνατος του Λουκ Πέρι,
που κάνει την τελευταία του εμφάνιση στην ταινία. Ο χαρακτήρας του Στιβ
Μακ Κουίν, που είχε τη φήμη να κάνει ο ίδιος πολλά από τα stunts στις ταινίες του και ενός απαίσιου χαρακτήρα ο οποίος είχε δηλώσει πως ήταν προσκεκλημένος στο
σπίτι της Σάρον Τέιτ τη βραδιά του φονικού αλλά για κάποιο λόγο δεν πήγε, παίζει
επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην παρουσίαση των περιστατικών, ενώ με τη βοήθεια της
ψηφιακής τεχνολογίας ο Ντι Κάπριο εμφανίζεται σε σκηνή της «Μεγάλης Απόδρασης». Πάρα πολλές είναι γενικά οι αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα και πράγματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας ,όπως το ράντσο του Τζορτζ Σπόουν ,το όνομα "Νάταλι" της γυναίκας του Κλιφ Ρουθ μπορεί να αναφέρεται στη Νάταλι Γουντ ,ενώ το παρόν δίνουν αναγνωριστικά σημεία της φιλμογραφίας του Ταραντίνο, όπως τα τσιγάρα Red Apple και το Kahuna Burger.
Μια βαθμολόγηση των ταινιών του Ταραντίνο δεν θα τοποθετούσε ποτέ το "Κάποτε στο Χόλιγουντ" στην πρώτη θέση, που ανήκει μάλλον στο "Pulp Fiction", αλλά το πιθανότερο είναι πως θα βρισκόταν στην πρώτη πεντάδα.
Τέλος, η ταινία προσφέρει ένα χορταστικό σάουντρακ, με αξέχαστα τραγούδια , θέματα από τηλεοπτικές σειρές και από ταινίες της εποχής
Ποιός να ξέρει ποιές αλλαγές στην ιστορία μπορεί να παρουσιάσει η ταινία Σταρ Τρεκ που φημολογείται πως είναι η επόμενη και τελυταία του Ταραντίνο, όταν οι ήρωες θα διακτινίζονται και θα ταξιδεύουν στο χρόνο...
Μια βαθμολόγηση των ταινιών του Ταραντίνο δεν θα τοποθετούσε ποτέ το "Κάποτε στο Χόλιγουντ" στην πρώτη θέση, που ανήκει μάλλον στο "Pulp Fiction", αλλά το πιθανότερο είναι πως θα βρισκόταν στην πρώτη πεντάδα.
Τέλος, η ταινία προσφέρει ένα χορταστικό σάουντρακ, με αξέχαστα τραγούδια , θέματα από τηλεοπτικές σειρές και από ταινίες της εποχής
Ποιός να ξέρει ποιές αλλαγές στην ιστορία μπορεί να παρουσιάσει η ταινία Σταρ Τρεκ που φημολογείται πως είναι η επόμενη και τελυταία του Ταραντίνο, όταν οι ήρωες θα διακτινίζονται και θα ταξιδεύουν στο χρόνο...







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου