Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Blade Runner 2049. Προσομοίωση επιτυχής-κελιά ενωμένα


Πηγαίνοντας να παρακολουθήσει κανείς το σίκουελ μιας κλασικής ταινίας που ακολουθεί 35 χρόνια , σε μια εποχή όπου οι επαναλήψεις, τα ριμέικ και τα σίκουελ είναι ο κανόνας και σπάνια παρουσιάζονται φρέσκιες ιδέες, προετοιμάζεται να δει κάτι που ,στην καλύτερη περίπτωση, κρατάει αξιοπρεπώς μια συγγένεια με την πρώτη ταινία,με πολλά εφέ και λίγη ουσία. Το Blade Runner 2049 δεν ξεφεύγει από τον κανόνα ,αλλά δεν είναι η χειρότερη περίπτωση σίκουελ μιας κλασικής ταινίας.




Η υπόθεση,αν και αρκετά μελοδραματική (αναπόφευκτο ίσως για να συνεχιστεί η ιστορία μετά από τόσα χρόνια),πιστή στη θεματολογία της αρχικής ταινίας, κρατάει το ενδιαφέρον και δίνει νόημα ύπαρξης στην ταινία. Το Blade Runner 2049 δεν είναι ένα φιλμ νουάρ επιστημονικής φαντασίας όπως το πρώτο, ούτε έχει τη στυλιζαρισμένη και πρωτότυπη σκηνοθεσία και φωτογραφία του,ούτε την ατμόσφαιρα και την αισθητική του. Περισσότερο μοιάζει με μελόδραμα επιστημονικής φαντασίας, με αρκετή δόση βίας, που αναφέρεται σε μεταγενέστερη εποχή, μετά από ένα φοβερό "blackout". Φυσικά ,παρ'όλο το δράμα, δεν καταφέρνει ποτέ να φτάσει τα δυσθεώρητα ύψη της δραματικής έντασης του πρώτου. Δεν μπορεί άλλωστε να υπάρξει κάτι ανάλογο με τα δάκρυα στη βροχή του Ρούτγκερ Χάουερ ή την ερωτική σκηνή με την Σον Γιανγκ, όπως δεν μπορεί να ξαναγραφτεί η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Η χρήση των ειδικών εφέ υπηρετεί τη δράση και δεν την επισκιάζει ,αποφεύγεται η υπερβολή και η ψεύτικη ψηφιοποίηση.


 Υπάρχει μια αληθοφάνεια στα εφέ και τη φωτογραφία, ενώ υπάρχει επίσης μια αναλογία και μια "πίστη" στην πρώτη ταινία. Ο Ρούτγκερ Χάουερ λείπει, ενώ η Σον Γιάνγκ παρουσιάζεται μόνο ως ψηφιακή προβολή από την πρώτη ταινία. Ευχάριστη έκπληξη είναι η παρουσία της Ανα Ντε Αρμάς, που προσφέρει θετικά στο αποτέλεσμα και, γενικότερα ο ρόλος της προσθέτει στο ενδιαφέρον της ταινίας. Η Ρόμπιν Ράιτ απλά υπάρχει, αλλά είναι συμπαθής στο ρόλο της διευθύντριας του Ράιαν Γκόσλινγκ.Τη Ντάρυλ Χάννα ,που επίσης λείπει, θυμίζει η Μακένζι Ντέιβις, ενώ ο Τζάρετ Λέτο παίζει τον Ουάλας, παραγωγό των ανθρώπινων αντιγράφων, ως ένα κακέκτυπο του Ιησού Χριστού, μια από τις πιο αδύναμες πλευρές της ταινίας. Πειστική "κακιά" υπάλληλος του Ουάλας είναι η Σύλβια Χόεκς. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι πολύ καλός στον πρωταγωνιστικό ρόλο, παίζει με χαμηλούς τόνους και με συνέπεια στο "πνεύμα" του έργου.Κάνει αυτό ακριβώς που πρέπει, προσφέρει την ταύτιση και τη συμπάθεια στο θεατή και κρατάει την ταινία σχεδόν στην πλάτη του. Ο Χάρισον Φορντ παίζει το ρόλο που παίζει πάντα, δεν θυμίζει σε τίποτα την πρώτη ταινία, αλλά υπάρχει εκεί για να δικαιολογήσει τη συνέχεια. Στα 75 του παίζει με τον τρόπο που δικαιολογεί έναν ηθοποιό της ηλικίας του σε ταινία δράσης, ένα θυμωμένο και σκληρό και παράλληλα εύθραυστο και ευσιγκίνητο παππού Ιντιάνα, Χαν Σόλο ή και Ντέκαρντ. Χωρίς αυτόν πάντως η ταινία δεν θα υπήρχε και δεν θα βλεπόταν.


Τα κενά που παρουσιάζονται στην ιστορία ,κάποιες υπερβολές που συνηθίζονται σε ταινίες δράσης ,αλλά δεν χρειάζονταν εδώ, καθώς και οι λίγοι χαρακτήρες, κάτι που είχε νόημα στην πρώτη ταινία ,αλλά δεν δικαιολογείται σε αυτήν, κουράζουν με τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας. Το αναληθοφανές αμερικανιάρικο τέλος μειώνει την ταινία και δεν αποζημιώνει αρκετά για τα 164 λεπτά προβολής. Στα πολλά αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης έρχονται να προστεθούν τα συνήθη, όπως το πώς μπορεί ο πρωταγωνιστής να επιβιώνει τις δεκάδες μαχαιριές, γιατί δεν τον σκοτώνουν ποτέ όταν μπορούν ,πως μπορεί να κρατάει μυστικό ένα ανθρωποειδές με ψηφιακή μνήμη και τί νόημα έχει να ανακρίνει κανείς ένα τέτοιο. Αλλά αυτά είναι τα αναμενόμενα σε μια ταινία του Χόλιγουντ.
 Δεν μπορεί κανείς να συγκρίνει το Blade Runner 2049 με το αυθεντικό Blade Runner. Εχουν τόση σχέση όσο το αλογάκι-παιχνίδι του Ράιαν Γκόσλινγκ με το άλογο-όνειρο του Χάρισον Φορντ. Ισως προβάλλεται και ως αλληγορία στην ταινία, όμως ισχύει πως η εποχή του 1982 και ,μια εποχή στην οποία ο κινηματογράφος τελειοποιούσε τα εκφραστικά του μέσα ,άνοιγε καινούριους δρόμους και δημιουργούσε ανεξίτηλες θέσεις στη μνήμη, η εποχή που  υπήρχε ακόμη ο κινηματογράφος των δημιουργών, σήμερα είναι μια παλιά ανάμνηση ,που προκαλεί νοσταλγία . Ο πρωτότυπος κινηματογράφος και ,γενικότερα, η πρωτότυπη τέχνη ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν, στο οποίο μπορούμε να μεταφερθούμε νοερά για να ψυχαγωγηθούμε,με τη βοήθεια της τεχνολογίας, με τον τρόπο που ο Έλβις Πρίσλε'ι' , η Μεριλιν Μονρό και ο Φρανκ Σινάτρα παρουσιάζονται στο εγκαταλειμμένο καζίνο του Λας Βέγκας, αλλά στο οποίο δεν μπορούμε να συμμετέχουμε.
Το Blade Runner 2049 ως ρεπλίκα του πρωτότυπου βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, χωρίς να το προδίδει ,αλλά και χωρίς ποτέ να μπορεί να το φτάσει.Το θετικό είναι πως δεν επιχειρεί κάτι τέτοιο και πως κρατάει μια συνέπεια και ένα σεβασμό ως προς το θέμα, τη φιλοσοφία και την αισθητική του αυθεντικού .Καταφέρνει να "απορροφήσει" το θεατή ,με μια διαδικασία εξομοίωσης, ανάλογη με το συντονισμό της Ανα Ντε Αρμάς με την ηθοποιό που θυμίζει τη Ντάρυλ Χάνα. Το ταξίδι στον κόσμο του πρωτότυπου επιτυγχάνεται ,το συναίσθημα βγαίνει και αυτό είναι αρκετό.Η ταινία ως σύνολο βρίσκεται πολύ υψηλότερα ποιοτικά από τις συνηθισμένες χολιγουντιανές παραγωγές της εποχής ,δεν είναι μια "αρπαχτή" και δεν αφήνει στο θεατή το συναίσθημα πως εξαπατήθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου