Η
«Απόδραση από το Αλκατράζ» είναι μια ταινία του 1979, σε σκηνοθεσία του Ντον
Σίγκελ , με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ, βασισμένη στο βιβλίο του Τζ.
Κάμπελ Μπρους του 1963, που αναφέρεται στο πραγματικό περιστατικό της απόδρασης
κρατουμένων από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας στο «βράχο» του Αλκατράζ το 1962,
που οδήγησε και στο κλείσιμο των φυλακών.
Πρόκειται
για την πέμπτη συνεργασία του Ντον Σίγκελ με τον Κλιντ Ίστγουντ, συνεργασία που
«γέννησε» τον «Βρώμικο Χάρρυ» στην ταινία «Ο Επιθεωρητής Κάλαχαν», που γνώρισε
τεράστια επιτυχία το 1971 και την ακολούθησαν τέσσερις συνέχειες , καθώς και
τις επίσης επιτυχημένες ταινίες « Το δίκιο σου το πάιρνεις με αίμα» (1968), «Ο
Καταζητούμενος» (1970) και «Οι γύπες πετούν χαμηλά» (1970). Ο Κλιντ Ίστγουντ σε
διάφορες συνεντεύξεις του έχει δηλώσει πως τον θεωρεί μέντορά του και πως ήταν
αυτός που τον έμαθε τα περισσότερα πάνω στη σκηνοθεσία. Ο Ντον Σίγκελ
,σκηνοθέτης ταινιών από τη δεκαετία του ’40 (υπεύθυνος μοντάζ στην
«Καζαμπλάνκα»), γνώρισε την πρώτη επιτυχία με την ταινία «Οι άνθρωποι του
τρόμου» το 1956 και δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη σκηνοθεσία b-movies, δηλαδή
χαμηλού προ’υ’πολογισμού ταινίες δράσης, κυρίως αστυνομικές και γουέστερν. Οι
ταινίες του Ντον Σίγκελ γενικά χαρακτηρίζονται από μια αξιοπρέπεια και θεωρείται
πως ξεφεύγουν από το επίπεδο της διεκπεραίωσης μιας ταινίας δράσης ή μιας
τηλεταινίας.
Ο
Κλιντ Ίστγουντ το 1979 είναι ο Νο1 σταρ παγκοσμίως, είναι ο ίδιος παραγωγός των
ταινιών του και ,τις περισσότερες φορές ο σκηνοθέτης τους. Σαν σκηνοθέτης έχει
δεχθεί θετικές κριτικές και αρχίζει να διαφαίνεται το ταλέντο του. Είναι φανερή η προσπάθειά του να απαγκιστρωθεί
απ΄τους ρόλους του Ανθρώπου Χωρίς Όνομα και του επιθεωρητή Κάλαχαν, με τους
οποίους γνώρισε μεγάλη επιτυχία και τον έχει ταυτίσει το κοινό και να ξεφύγει
την τυποποίηση. Στην «Απόδραση από το Αλκατράζ»
του δίνεται η ευκαιρία να παίξει ένα ρόλο που δεν θυμίζει τόσο αυτούς με τους οποίους
τον έχει συνδέσει το κοινό ,παίζοντας έναν φυλακισμένο εγκληματία χρησιμοποιώντας
όμως πάντα τη «μάτσο» εικόνα και την περσόνα του σκληρού που έχει δημιουργήσει και
παίζοντας με τον γνωστό του τρόπο να κάνει τα ελάχιστα , αλλά να δημιουργεί μια
συνεχή υποβόσκουσα ένταση, να αποφεύγει το δράμα και να προσθέτει πινελιές
χιούμορ στην ερμηνεία του. Ο ήρωάς του επίσης δεν νικά χρησιμοποιώντας τις φυσικές
του δυνάμεις, αλλά μόνο την ευφυ’ί’α του.
Στον
αντίποδα της μεγάλης επιτυχίας των Σίγκελ και Ίστγουντ, του «Επιθεωρητή Κάλαχαν»,
που είχε κατηγορηθεί για φασισμό και πως εξυμνούσε την αστυνομική βία, η «Απόδραση
από το Αλκατράζ» καταγγέλλει τον φασισμό και αποφεύγει τη βία. Η βία
παρουσιάζεται πάντα αποκρουστική στην ταινία, με αποκορύφωμα τη σοκαριστική σκηνή
που ο κρατούμενος Τσέστερ Ντάλτον κόβει τα δάκτυλά του.
Η
«Απόδραση από το Αλκατράζ» είναι μια πολύ καλή ταινία, καθώς εστιάζει στο
ρεαλισμό και τους χαρακτήρες , στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας και τη
σημασία των γεγονότων. Η λιτότητα και η αφαίρεση είναι το κύριο πλεονέκτημα της
ταινίας. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και η απουσία του ηρω’ι’κού στοιχείου
συμβάλλουν στο ενδιαφέρον του θεατή για την ιστορία, καθώς οι κρατούμενοι
παρουσιάζονται ως άνθρωποι χωρίς ελευθερία παγιδευμένοι σε μια φυλακή από την
οποία θεωρείται αδύνατο να βγουν, χωρίς ποτέ να μαθαίνουμε το λόγο που φυλακίστηκαν
και ποια είναι η ζωή που άφησαν έξω. Δεν
πληροφορούμαστε για τα εγκλήματα που διέπραξαν, δεν μαθαίνουμε για τη ζωή που
έχουν χάσει και, το κυριότερο, δεν αφήνεται ποτέ η παραμικρή υπόνοια πως ίσως
είναι άδικη η καταδίκη τους (όπως συμβαίνει σε μεταγενέστερες , επίσης
επιτυχημένες ή όχι ταινίες) .Όλη η ιστορία (και η επιτυχία της ταινίας)
βασίζεται σε αυτό το απίθανο και αδύνατο. «Απόδραση από το Αλκατράζ», κάτι το
αδιανόητο , που όμως συνέβη. Η «Απόδραση από το Αλκατράζ» ξεχωρίζει λοιπόν από
παρόμοιες ταινίες που περιγράφουν ιστορίες φυλακής και αποδράσεων , γιατί ,
ακόμη κι αν δεν είναι απολύτως ακριβής στην παρουσίαση των γεγονότων και δεν
είναι ένα ντοκιμαντέρ για τη συγκεκριμένη απόδραση, καταφέρνει να αποδώσει την
ουσία της ιστορίας. Αυτό που παρακολουθούμε στην «απόδραση από το Αλκατράζ»
είναι η παρουσίαση της αλαζονείας της εξουσίας (στην προκειμένη περίπτωση του
διευθυντή των φυλακών), που στην προσπάθεια να εξαλείψει τον ανθρώπινο
παράγοντα , να διαλύσει τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ατόμων και να
καταρρακώσει το ηθικό τους, πέφτει η ίδια θύμα της σύγκρουσής της με τους
κανόνες που διέπουν τη ζωή.
Η
προσπάθεια και η συζήτηση για την απόδραση δεν ξεκινά εξ αρχής , αλλά γίνεται
ως αντίδραση στην παραβίαση των βασικών κανόνων της ζωής από τη μεριά του
διευθυντή των φυλακών. Το έναυσμα θα δοθεί μετά από την αυτοκτονία ενός
κρατουμένου. Όταν μετά από επιθεώρηση στα κελιά κοιτάζει τους πίνακες
ζωγραφικής ενός ιδιαίτερα ταλαντούχου στη ζωγραφική κρατουμένου, ανάμεσα στους
οποίους βρίσκει ένα πορτρέτο του ,πολύ επιτυχημένο , αλλά σε ένα βαθμό
γελοιογραφικό, αφαιρεί το προνόμιο της ζωγραφικής στον κρατούμενο , ο οποίος
,χάνοντας το μόνο στοιχείο που τον κρατάει στη ζωή, κόβει τα δάκτυλά του και
αυτοκτονεί. Πολύ επιτυχημένα βλέπουμε τον διευθυντή να κοιτάζει το πορτρέτο σαν
να είναι καθρέφτης και να δείχνει πως του αρέσει, χαμογελώντας. Στην επόμενη
αμέσως σκηνή μαθαίνουμε πως αφαιρέθηκε το προνόμιο της ζωγραφικής στον
κρατούμενο. Είναι μια πολύ εύστοχη παρουσίαση της αλαζονείας. Η αλαζονεία και η
έπαρση είναι το γελοιογραφικό στοιχείο που έχει ο πίνακας. Ο διευθυντής
ταυτίζεται με τον πίνακα, αφού συμφωνεί με το χαρακτήρα του, όμως αργότερα
αντιλαμβάνεται πως ο πίνακας εξέθεσε το χαρακτήρα του αυτό και τιμωρεί τον
ταλαντούχο κρατούμενο που έφερε στην επιφάνεια τα μεμπτά χαρακτηριστικά του,
που φανερώνουν την πραγματική εικόνα του και περιορίζουν την εξουσία του. Το
σύμπλεγμα κατωτερότητας που συνδέεται άρρηκτα με την αλαζονεία και τη δίψα για
εξουσία έχει ως μεγάλο εχθρό το χιούμορ και γενικά την καλλιτεχνική έκφραση. Η
ζωή τρέφεται και αναπνέει από την τέχνη , η εξουσία προσπαθεί να πνίξει τη ζωή
και στην προσπάθειά της αυτή έχει πάντα ως εχθρό την αληθινή τέχνη.
Η
απόδραση θα επισπευστεί όταν συμβεί ένα νέο παρόμοιο επεισόδιο αφαίρεσης
προνομίου και θανάτου κρατουμένου . Ο κρατούμενος δεν είναι καλλιτέχνης, αλλά
είναι ένας πρόσχαρος μεσήλικας με χιούμορ, που έχει μια δραστηριότητα που
μοιάζει με εμπόριο, προμηθεύοντας διάφορα υλικά τους κρατουμένους (όπως τα
υλικά για την καύση των μετάλλων που χρησιμοποιεί ο Μόρις για την απόδραση) ,
αυτοαποκαλείται Αλ Καπόνε (ο οποίος εξέτισε ποινή στο Αλκατράζ , αλλά δύο
δεκαετίες πριν τα γεγονότα που περιγράφονται) και έχει ως παρέα ένα ποντίκι που
τρέφει. Όταν ο διευθυντής βλέπει ένα χρυσάνθεμο που έχει τοποθετήσει στην
τραπεζαρία, ισχυριζόμενος πως απαγορεύεται από τους κανονισμούς, το διαλύει και
αυτός στην προσπάθειά του να τον αποτρέψει παθαίνει καρδιακή προσβολή.
Ο,τιδήποτε κάνει όμορφη τη ζωή είναι ενάντια στην απολυταρχική εξουσία. Το
λουλούδι αυτό όμως με το θάνατό του, θα φέρει και την πτώση της εξουσίας.Λαμβάνοντας υπ’όψη την πολιτική τοποθέτηση του Κλιντ Ίστγουντ στους Ρεπουμπλικάνους και το πλευρό του Κυβερνήτη Ρόναλντ Ρέιγκαν, που ένα χρόνο μετά εξελέγη πρόεδρος των Η.Π.Α. ,η ταινία που παρουσιάζει την απόδραση των κρατουμένων από το Αλκατράζ το 1962 θα μπορούσε να παρουσιάζεται και αλληγορικά , ως ένα σχόλιο για την κατάσταση που επικρατούσε στην τότε Σοβιετική Ένωση, με τον απόλυτο συγκεντρωτισμό της εξουσίας ,τον περιορισμό των ανθρώπινων ελευθεριών και την αλαζονεία της ακατανίκητης υπερδύναμης ,χωρίς αυτό να φαίνεται ωστόσο ξεκάθαρα. Δέκα χρόνια μετά την ταινία , η άλλοτε παντοδύναμη Σοβιετική Ένωση , η οποία ισχυριζόταν πως ποτέ και κανείς δεν θα μπορούσε να νικήσει και από την οποία κανείς δεν θα μπορούσε να διαφύγει κατέρρευσε.
Η
ταινία βασίζεται στην έννοια της προσωπικότητας. Η προσωπικότητα είναι το
στοιχείο που καταπιέζεται υπερβολικά από την πλευρά των κρατουμένων και οδηγεί
στην πραγματοποίηση της απόδρασης, όπως και ,από την πλευρά του διευθυντή των
φυλακών, το στοιχείο που με τα ελαττώματά του θα επιτρέψει την απόδραση. Το ψεύτικο
κεφάλι με το προσωπείο που χρησιμοποιεί ο Φρανκ Μόρις στο κρεβάτι του κελιού
του τη νύχτα της απόδρασης και που αποκαλύπτεται το επόμενο πρωί , που
παρουσιάζεται και στους τίτλους του τέλους και είναι κάτι που πραγματικά
συνέβη, τονίζει αυτό το στοιχείο. Οι προσωπικότητες των κρατουμένων αποδρούν,
αφήνοντας πίσω τα άβουλα ,ψεύτικα αντίγραφα ,που ήθελαν οι φύλακές τους. Μια
προσωπικότητα μπορεί να περιορίζεται, να αναμορφώνεται και να αλλάζει, δεν
μπορεί όμως ποτέ να καταργείται. Στην περίπτωση των φυλακών του Αλκατράζ, που
κατείχαν τον τίτλο των αδιαπέραστων σε κάθε προσπάθεια απόδρασης, η αλαζονεία
και η υπερβολή στην καταστολή της προσωπικότητας οδήγησε στην απώλεια αυτού του
τίτλου και στο κλείσιμό τους.
Το
σάουντρακ του Τζέρι Φίλντινγκ, πιστό στην παρουσίαση ενός αληθινού γεγονότος και
στην απουσία του ηρωικού στοιχείου, ντύνει απλά την ταινία με υπόκωφους ήχους ,
με τύμπανα που θυμίζουν στρατιωτικό εμβατήριο και με άλλα κρουστά που δημιουργούν
υγρούς ήχους ,ενισχύοντας τον κλειστοφοβικό χαρακτήρα και την παρανο’ι’κή και
καταπιεστική ατμόσφαιρα και θυμίζοντας το νησί Αλκατράζ. Κλασική επίσης και η
διαφημιστική αφίσα της ταινίας με τον Κλιντ Ίστγουντ, να ανοίγει διέξοδο
τρυπώντας τον τοίχο με ένα νυχοκόπτη.
Στους ρόλους
των άλλων κρατουμένων εμφανίζονται οι Τζακ Τιμπώ, Φρεντ Γουόρντ , Ρόμπερτ Μπλόσομ
και Λάρι Χάνκιν ,αντίστοιχα ως Κλάρενς Άγκλιν, Τζον Άγκλιν Τσέστερ Ντάλτον και
Άλλεν Γουέστ (αλλαγμένο στην ταινία σε Τσάρλι Μπατς), ενώ στο ρόλο του
διευθυντή εμφανίζεται ο Πάτρικ Μακ Γκούχαν σε μια εξαιρετική ερμηνεία, γνωστός κυρίως
από τις τηλεοπτικές σειρές «Danger
Man»
και « Ο φυλακισμένος». Αξίζει να σημειωθεί πως ο ρόλος του διευθυντή των φυλακών
δεν έχει όνομα και πως ανάμεσα στο 1960 κι το 1962 , που ο Μόρις βρισκόταν στο
Αλκατράζ , ο διευθυντής φυλακών αντικαταστάθηκε το 1961.
Χωρίς
να έχει τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο , η απόδραση από το Αλκατράζ το 1962 , παρουσιάζεται
στην ταινία ως επιτυχημένη, καθώς δεν βρέθηκαν ποτέ τα πτώματα των ατόμων που
δραπέτευσαν , ώστε να θεωρηθεί πως πνίγηκαν.
Η ταινία
σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στις αίθουσες ,όπως και αργότερα στο βίντεο
και την τηλεόραση και πήρε πολύ θετικές κριτικές. Παρακολουθείται ευχάριστα σαράντα χρόνια μετά
την κυκλοφορία της, κυρίως λόγω της ντοκιμαντερίστικης αφήγησης και του
ενδιαφέροντος θέματός της.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου