
Οι δύο σημαντικότερες
ταινίες που έχει να επιδείξει μέχρι στιγμής η κινηματογραφική σεζόν 2019-2020 ,κι αν προέρχονται
από τις δύο άκρες του πλανήτη ,έχουν σχεδόν κοινή θεματολογία. Ο χολιγουντιανός
«Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς από και τα «Παράσιτα» του Μπογκ Τζουν-Χο από τη Νότια
Κορέα χαρακτηρίζονται από έναν κοινό προβληματισμό πάνω στην κοινωνική
ανισότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή και τα αποτελέσματα που προκύπτουν
σε αυτή η κοινωνία των δύο ταχυτήτων και επιπέδων, με μοναδικό κριτήριο την
οικονομική επιφάνεια, μέσα στην καθημερινή μάχη για επιβίωση . Και στις δύο
ταινίες το βαθύ χάσμα μεταξύ της ελίτ και των φτωχών παρουσιάζεται να οδηγεί με
μαθηματική ακρίβεια στην εγκληματικότητα, καθώς
οι οικονομικά ανήμποροι μετατρέπονται και στις δύο περιπτώσεις σε τέρατα
,ενώ οι ευκατάστατοι αδιαφορούν ή χλευάζουν τους αποτυχημένους. Σε αυτήν την
τραγικότητα που διαφθείρει και καταστρέφει ζωές και από τα δύο οικονομικά
«πατώματα» , δεν υπάρχουν ούτε στη μία ούτε στη άλλη περίπτωση καλοί και κακοί
, υπάρχουν παντού χαμένοι. Χωρίς να χρησιμοποιούν κοινή κινηματογραφική γλώσσα
και χωρίς να στέκονται στο ίδιο καλλιτεχνικό επίπεδο και οι δύο ταινίες
αποτυπώνουν αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει τη δεύτερη δεκαετία του 21ου
αιώνα, τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τα αδιέξοδα που δημιουργούν
στις ζωές των ανθρώπων .
Τζόκερ
Η ταινία του Τοντ
Φίλιπς ξεπερνά τα πλαίσια των συνηθισμένων χολιγουντιανών παραγωγών , χάρη στο
δύσκολο θέμα της και στον τρόπο παρουσίασης που αντικατοπτρίζει σε πολλά τον
σύγχρονο τρόπο σκέψης . Η φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών ομάδων , το τεράστιο
πρόβλημα της ανεργίας , η ταυτόχρονη συγκέντρωση του πλούτου σε μια διεφθαρμένη
ολιγαρχία, η έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, η βία της εξουσίας
,η κυριαρχία των μέσων ενημέρωσης και η καταπίεση και εξαθλίωση του καθημερινού
ανθρώπου είναι τα καυτά σημερινά προβλήματα, που αποτυπώνονται στην ταινία. Όλα
αυτά σε ένα περιβάλλον πολιτικής ορθότητας και ψευτο-ανθρωπισμού που καλύπτει
σαν κρούστα τη σαπίλα που επικρατεί. Τομή στην οπτική του Τοντ Φίλιπς αποτελεί
ίσως πως δεν προβληματίζεται πάνω στην ηθική ακεραιότητα των οικονομικά ισχυρών
, αλλά τους παρουσιάζει ως ξεκάθαρα απόλυτα διεφθαρμένους , αδίστακτους
αλαζόνες χωρίς ίχνος ανθρωπισμού, που θεωρούν κλόουν και περιγελούν τους
οικονομικά ασθενέστερους και άξιους να τιμωρηθούν με κάθε εκδίκηση. Παράλληλα
οι φτωχοί και ανίσχυροι φαίνονται εγκλωβισμένοι σε μύθους, σε ψέματα, όνειρα
για επιτυχία και φρούδες ελπίδες για επανάσταση.
Η συγγένεια του
«Τζόκερ» με τον κινηματογράφο του Σκορσέζε είναι σαφής, καθώς ο Άρθουρ Φίλιπς
ακολουθεί την πορεία στην απομόνωση και την τρέλα, αλλά και την
ψευτο-ηρωοποίηση του Τράβις Μπικλ του «Ταξιτζή» , ενώ τα επαγγελματικά του
όνειρα και οι εμμονές ταυτίζονται με εκείνα του Ρούμπερτ Πάπκιν του «Βασιλιά
για μια νύχτα». Παρόν μάλιστα για να τα υποδηλώσει όλα αυτά βρίσκεται ο Ρόμπερτ
Ντε Νίρο που πρωταγωνιστούσε στις δύο αυτές ταινίες, στο ρόλο ενός δημοφιλή
παρουσιαστή τοκ- σόου που θυμίζει τον Τζόνι Κάρσον. Παράλληλα εμφανίζονται συγκεκριμένα
στοιχεία της μυθολογίας του κόμικ του «Μπάτμαν», όπως η δολοφονία των γονιών του
Μπρους Γουέιν ,η εμφάνισή του σε τηλεοπτική εκπομπή και άλλα, χωρίς ποτέ όμως
να εμφανιστεί κανένας Μπάτμαν. Το σήμα της έναρξης , η εμφάνιση των
αυτοκινητοδρόμων παραπέμπουν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές του 1980,
που συμπίπτει και με την εμφάνιση ενός πραγματικού δολοφόνου κλόουν που
καταδικάστηκε σε θάνατο το 1980. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως ,ενώ τα κόμικς
με τον Τζόκερ προηγούνται και ξεκινούν τη δεκαετία του 1940, η χρονολογική
τοποθέτηση της ταινίας γύρω στο 1980 συμφωνεί με τις κινηματογραφικές επιτυχίες
των ταινιών του 1989 και μετά.
Το κύριο ατού της
ταινίας , πέρα από το θρυλικό κακό των κόμικς είναι η ερμηνεία του Χοακίν
Φίνιξ. Έχοντας χάσει πάρα πολλά κιλά (σε σημείο που να μοιάζει με σκελετό),
δίνει μια σπαρακτική και συνταρακτική ερμηνεία, σε σημείο που θεωρείται φαβορί
για τα βραβεία Όσκαρ. Είναι η καλύτερη ερμηνεία του ηθοποιού και τον θέτει σε
ευθεία σύγκριση με τη βραβευμένη με όσκαρ ερμηνεία του αείμνηστου (κυρίως
εξαιτίας αυτού του ρόλου) Χιθ Λέτζερ.
Ο «Τζόκερ» είναι μια καλή ταινία, που προκαλεί
προβληματισμό και μένει ως μια ίσως δυσάρεστη, αλλά έντονη εμπειρία στο θεατή
.Τα προβλήματα της ταινίας είναι κυρίως στο θέμα της ιστορίας και στο τί
πραγματικά συνέβη. Κάποια σημεία είναι σαφώς προϊόντα φαντασίας του Φλεκ, κάποια άλλα είναι
αμφισβητούμενο αν ανήκουν στη φαντασία ή την πραγματικότητα και αυτό χρωματίζει
διαφορετικά την ταινία ανάλογα την ερμηνεία. Αυτό που μένει είναι σίγουρα η
τραγικότητα της ιστορίας και το ότι βασίζεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα
και προβληματική που αγγίζει.
Η μουσική επένδυση είναι εξαιρετική, όπως και η φωτογραφία σε ένα μοτίβο "βρώμικου" κιτρινοπράσινου , που βοηθά στην ατμόσφαιρα και μειώνει την αντίθεση των χρωμάτων του κλόουν. Η ψηφιακή επξεργασία έχει προσφέρει μεγάλο βάθος στην παρουσίαση των σκηνών της πόλης. Αξέχαστες μπορούν να μείνουν ορισμένες σκηνές της ταινίας, όπως το κατέβασμα του Άρθουρ στις σκάλες (με την ταυτόχρονη κάθοδό του στη δική του κόλαση) ή η στιγμή που πρόκειται να εισέλθει στο σκηνικό της εκπομπής του Μάρεϊ Φράνκλιν , έχοντας γίνει πια πραγματικά ο Τζόκερ. Το Χόλιγουντ πολύ σπάνια μπορεί πια να προσφέρει ταινίες σαν το "Τζόκερ" από την άποψη πως σίγουρα δεν προσφέρεται για κατανάλωση και χαβαλέ.
Η μουσική επένδυση είναι εξαιρετική, όπως και η φωτογραφία σε ένα μοτίβο "βρώμικου" κιτρινοπράσινου , που βοηθά στην ατμόσφαιρα και μειώνει την αντίθεση των χρωμάτων του κλόουν. Η ψηφιακή επξεργασία έχει προσφέρει μεγάλο βάθος στην παρουσίαση των σκηνών της πόλης. Αξέχαστες μπορούν να μείνουν ορισμένες σκηνές της ταινίας, όπως το κατέβασμα του Άρθουρ στις σκάλες (με την ταυτόχρονη κάθοδό του στη δική του κόλαση) ή η στιγμή που πρόκειται να εισέλθει στο σκηνικό της εκπομπής του Μάρεϊ Φράνκλιν , έχοντας γίνει πια πραγματικά ο Τζόκερ. Το Χόλιγουντ πολύ σπάνια μπορεί πια να προσφέρει ταινίες σαν το "Τζόκερ" από την άποψη πως σίγουρα δεν προσφέρεται για κατανάλωση και χαβαλέ.
Η ταινία κρίθηκε
ακατάλληλη για θεατές κάτω των 18, μάλλον λόγω της παρουσίασης ενός ψυχικά
διαταραγμένου ατόμου, αλλά σε μια κοινωνία όπου λείπει το μέτρο, περισσεύει η
υποκρισία και λίγοι αποφασίζουν πως θα ερμηνευθεί ο κάθε νόμος αναλόγως με την
κρίση τους, ο Τζόκερ ήρθε να «καθίσει» τέλεια και να γελοιοποιήσει τον
καθωσπρεπισμό κάποιων και ταυτόχρονα τη φρούδα «επαναστατικότητα» κάποιων
άλλων. Μας χρειαζόταν ένας Τζόκερ οπωσδήποτε σε αυτό.
Παράσιτα
Οι άνεργοι και
άποροι Κιμ παρεισφρέουν στη ζωή των πλούσιων Παρκ, όταν ο μεγαλύτερος γιος και
στη συνέχεια όλα τα μέλη της οικογένειας προσλαμβάνονται στη δούλεψή τους , με
ανυπολόγιστες συνέπειες όταν όλα θα ανατραπούν.
Δύο είναι οι
παράγοντες που θα κρίνουν το αποτέλεσμα της συμβίωσης και της αναπόφευκτης
σύγκρουσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών, που μπορεί να χαρακτηρίζεται από
ευγένεια και καλούς τρόπους, αφέλεια ή ανάγκη , αλλά κατά βάθος πάντοτε υπάρχει
αίμα και ακραία βία. Ο ένας είναι το
σχέδιο και ο άλλος τα όρια. Το αν χρειάζεται ή όχι ένα πλάνο στη ζωή είναι ένας
προβληματισμός που παρουσιάζεται έντονα στην ταινία. Σχέδιο για να αποκτήσει
κανείς χρήματα ,σχέδιο για να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες , σχέδιο για να
εξαπατήσει ή σχέδιο για να μην εξαπατηθεί. Ένα μέσο της επιβολής των οικονομικά
επιτυχημένων στους ασθενέστερους είναι πως μέσω όσων έχουν κατακτήσει
υπονοείται η ύπαρξη ενός σχεδίου που σκέφτηκαν , εκτέλεσαν και τους πρόσφερε
την επιτυχία, κάτι που εμπνέει σεβασμό. Από την άλλη πλευρά ένα επιτυχημένο
σχέδιο σε μια απάτη μπορεί να προσφέρει έσοδα και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης
,ακόμα και σεβασμό. Επίσης για να
επιβιώσει κανείς σε εξαιρετικά δυσμενείς καταστάσεις ίσως χρειάζεται ένα σχέδιο
για να αντιμετωπίσει τους πιθανούς κινδύνους . Ή μήπως ένα σχέδιο μπορεί απλώς
να αποπροσανατολίσει και να δυσκολέψει όποιον λειτουργήσει με βάση αυτό και πως
η ζωή αποφασίζει ούτως ή άλλως χωρίς να μας ρωτήσει ,ή όπως λέει και ρήση «όταν
ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει»; Ο προβληματισμός αυτός δίνει το δικό
του δραματικό τόνο στην ταινία, καθώς ουσιαστικά φαίνεται πως η χάραξη του
οποιοδήποτε σχεδίου εξαρτάται και αυτή από τις οικονομικές συνθήκες στις οποίες
ζει κανείς και τον τρόπο σκέψης που έχει μάθει και αναγκαστεί να ακολουθεί.
Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας της συμβίωσης των οικονομικά ισχυρών και των ασθενέστερων είναι τα όρια. Οι διαφορές στην παιδεία δημιουργούν προβλήματα στην επικοινωνία. Ο υπηρέτης θα πρέπει να έχει καλούς τρόπους και να τηρεί τα όρια της απόστασης απέναντι στο αφεντικό του για να μην υπάρχουν εντάσεις. Όμως και το αφεντικό του θα πρέπει να αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση του οποιουδήποτε υπηρέτη και να μην συμπεριφέρεται ρατσιστικά. Οι υπερβάσεις των ορίων είναι και για τις δύο πλευρές πληγές που προκαλούν πόνο και μπορούν να γίνουν αιτίες πολέμου. Τα όρια είναι λεπτές γραμμές που χωρίζουν αγεφύρωτους κόσμους , πατούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η παραβίασή τους μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές. Όμως, όπως πάλι είναι φανερό στην ταινία, η οικονομική τάξη και ο τρόπος ζωής καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αντοχή και τη συνέπεια σε αυτά τα όρια συνύπαρξης και ανθρωπιάς.
Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας της συμβίωσης των οικονομικά ισχυρών και των ασθενέστερων είναι τα όρια. Οι διαφορές στην παιδεία δημιουργούν προβλήματα στην επικοινωνία. Ο υπηρέτης θα πρέπει να έχει καλούς τρόπους και να τηρεί τα όρια της απόστασης απέναντι στο αφεντικό του για να μην υπάρχουν εντάσεις. Όμως και το αφεντικό του θα πρέπει να αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση του οποιουδήποτε υπηρέτη και να μην συμπεριφέρεται ρατσιστικά. Οι υπερβάσεις των ορίων είναι και για τις δύο πλευρές πληγές που προκαλούν πόνο και μπορούν να γίνουν αιτίες πολέμου. Τα όρια είναι λεπτές γραμμές που χωρίζουν αγεφύρωτους κόσμους , πατούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η παραβίασή τους μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές. Όμως, όπως πάλι είναι φανερό στην ταινία, η οικονομική τάξη και ο τρόπος ζωής καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αντοχή και τη συνέπεια σε αυτά τα όρια συνύπαρξης και ανθρωπιάς.

Δεν είναι μόνο αυτοί οι προβληματισμοί που θέτει η ταινία. Όλα όσα παρουσιάζονται έχουν «μεταφορικό» χαρακτήρα, κάτι που αναφέρεται ξεκάθαρα σε διαλόγους του έργου, καθιστώντας την ταινία μια αλληγορία. Ξεκινώντας από την παρουσίαση των φτωχών Κιμ να κατοικούν στο υπόγειο , κάτω από το έδαφος , ψάχνοντας για το wi-fi των από πάνω και τους πλούσιους Παρκ να κατοικούν σε μια υπερπολυτελή έπαυλη που αγόρασαν από κάποιο διάσημο αρχιτέκτονα έχουμε ήδη μια εικόνα «μεταφορική» που μας εισάγει στη λογική των «παρασίτων» στην οποία αναφέρεται η ταινία. Οι Κιμ διεισδύουν στη ζωή των Παρκ σαν παράσιτα για να απομυζήσουν έσοδα . Στο υπόγειο των Κιμ υπάρχουν αληθινά παράσιτα που αφθονούν εκεί που ζουν ,ενώ τους δημιουργούν πρόβλημα και διάφοροι περαστικοί. Οι Κιμ παρασιτούν στους Παρκ βρίσκοντας διάφορα «ανοίγματα» .Η αδυναμία τους να συντηρήσουν τη βίλλα τους και να κάνουν τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, η έλλειψη αληθινής κουλτούρας , ο εγωκεντρισμός τους , η αφέλεια ,οι ψεύτικες κοινωνικές τους σχέσεις δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για εισβολείς. Στη χλιδή και την άνεση των Παρκ φαίνεται να έχουν θέση πάντα τα παράσιτα. Από την άλλη όλοι αυτοί οι «κομψοί» και «όμορφοι», αλλά «βαρετοί» άνθρωποι που ζουν στην πολυτέλεια επειδή βγάζουν χρήματα , χωρίς κανένα νόημα στη ζωή τους και χωρίς να προσφέρουν κάτι ,ίσως είναι κι αυτοί παράσιτα στην κοινωνία, από την οποία πλουτίζουν με διαφόρους τρόπους, κι όταν μια βροχή που πνίγει αστέγους και οδηγεί εκατοντάδες σε καταφύγια ,τους αφήνει αδιάφορους να κάνουν πάρτι και να διασκεδάζουν. Πάνω από το έδαφος της γης, παρασιτούν,λοιπόν ,κι αυτοί στην ουσία της ανθρώπινης ζωής και την αλήθεια.
Σχεδόν τα πάντα
όσα παρουσιάζονται έχουν αυτό το «μεταφορικό» χαρακτήρα . Η συλλεκτική πέτρα
που προσφέρεται ως δώρο στην οικογένεια ,η οποία φημίζεται πως φέρνει
οικονομική τύχη στους κατόχους της
μπορεί να τους φέρει έσοδα, όμως δεν είναι βέβαιο πως θα τους βοηθήσει
στα υπόλοιπα , ούτε θα τους προσφέρει την ευτυχία, είναι μια βαριά πέτρα που
μπορεί να γίνει και όπλο για έγκλημα και ίσως συμβολίζει το βάρος της ανάγκης
τους για χρήμα ,που τους ακολουθεί πάντα και μπορεί να γίνει και η αιτία
καταστροφής τους. Τα σήματα μορς ως μια προσπάθεια επικοινωνίας σε μια κοινωνία
που αυτή γίνεται ανέφικτη, τα κινητά τηλέφωνα που «είναι σαν πυρηνικές βόμβες»
, το νερό της βροχής που μπορεί να αλλάξει τα πάντα, το χτύπημα στο μετωπιαίο λοβό του φτωχού που του αλλοιώνει το συναίσθημα, τα «φαντάσματα» που
προκαλούν παιδικά τραύματα και δεν είναι παρά η όψη της πραγματικότητας που
βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια, είναι όλα σύμβολα σε μια αλληγορία που
αναφέρεται σε πολλά περισσότερα από όσα παρουσιάζονται, χωρίς να χρειάζεται
καμιά αποκωδικοποίηση. Καμιά ανάλυση δεν είναι απαραίτητη, καθώς τα πάντα εκφράζονται άμεσα στην ιστορία από την πρώτη της ανάγνωση και η δυναμική της ταινίας και οι έννοιες που εκφράζονται είναι οι ίδιες είτε κανείς την εκλάβει μεταφορικά είτε όχι.

Αυτός είναι ο
κυριότερος λόγος που κάνει τα «Παράσιτα» ένα αριστούργημα. Η σαφήνεια και το
βάθος έρχονται μαζί με τη διασκέδαση. Η
ταινία κινείται σε ένα ρυθμό που προκαλεί το ενδιαφέρον και αυξάνει σταδιακά
την ένταση , σε σημείο που να στέκεσαι στην άκρη της καρέκλας από το μισό της
ταινίας περίπου και μετά. Οι ανατροπές οδηγούν την ταινία σε σημεία που κανείς
δεν θα περίμενε, ενώ τα πάντα λειτουργούν τέλεια με την ταύτιση, που είναι αναπόφευκτη
για κάποιον από τους ήρωες. Έχει γραφτεί και ισχύει πως η ταινία λειτουργεί σαν
καθρέφτης σε όλους μας. Οι ανάγλυφοι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σε όλο το
βάθος τους αποδίδονται ιδανικά από τους ηθοποιούς, που στο σύνολό τους
ερμηνεύουν τέλεια αυτούς που υποδύονται. Το πρωτότυπο, απίστευτα ευρηματικό
σενάριο και τα άψογα πλάνα του Μπογκ Τζουν Χο βάζουν την ταινία σε πολύ υψηλό
καλλιτεχνικό επίπεδο. Η μουσική επένδυση του Γιέιλ Γιουνγκ είναι υπέροχη, μια από τις καλύτερες σε ταινία των τελευταίων χρόνων και συμβάλλει σημαντικά στο ρυθμό και στην εξαιρετική αισθητική της ταινίας.

Αλλά και σε επίπεδο καθαρά ψυχαγωγίας τα
«Παράσιτα» είναι μια πολύ πιο δυνατή και διασκεδαστική ταινία, που δεν
επιχειρεί να ρίξει γροθιά στο στομάχι και να ενοχλήσει, αλλά πέφτει στη φωτιά
κατευθείαν και δεν αφήνει τίποτε εκτός. Ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, οι
διθυραμβικές κριτικές και τα καλά λόγια όλων όσων είδαν την ταινία ήταν τα μόνα
διαφημιστικά κόλπα που χρησιμοποιήθηκαν , αντίθετα με τον «φοβερό και τρομερό»
Τζόκερ , που έχει κόψει 9 φορές περισσότερα εισιτήρια παγκοσμίως. Πληροφοριακά,
τα «Παράσιτα» είναι κατάλληλα για θεατές άνω των 15 ...

















