Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Τζόκερ και Παράσιτα : Η εκδίκηση της γυφτιάς







 Οι δύο σημαντικότερες ταινίες που έχει να επιδείξει μέχρι στιγμής η κινηματογραφική σεζόν 2019-2020 ,κι αν προέρχονται από τις δύο άκρες του πλανήτη ,έχουν σχεδόν κοινή θεματολογία. Ο χολιγουντιανός «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς από και τα «Παράσιτα» του Μπογκ Τζουν-Χο από τη Νότια Κορέα χαρακτηρίζονται από έναν κοινό προβληματισμό πάνω στην κοινωνική ανισότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή και τα αποτελέσματα που προκύπτουν σε αυτή η κοινωνία των δύο ταχυτήτων και επιπέδων, με μοναδικό κριτήριο την οικονομική επιφάνεια, μέσα στην καθημερινή μάχη για επιβίωση . Και στις δύο ταινίες το βαθύ χάσμα μεταξύ της ελίτ και των φτωχών παρουσιάζεται να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εγκληματικότητα, καθώς  οι οικονομικά ανήμποροι μετατρέπονται και στις δύο περιπτώσεις σε τέρατα ,ενώ οι ευκατάστατοι αδιαφορούν ή χλευάζουν τους αποτυχημένους. Σε αυτήν την τραγικότητα που διαφθείρει και καταστρέφει ζωές και από τα δύο οικονομικά «πατώματα» , δεν υπάρχουν ούτε στη μία ούτε στη άλλη περίπτωση καλοί και κακοί , υπάρχουν παντού χαμένοι. Χωρίς να χρησιμοποιούν κοινή κινηματογραφική γλώσσα και χωρίς να στέκονται στο ίδιο καλλιτεχνικό επίπεδο και οι δύο ταινίες αποτυπώνουν αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τα αδιέξοδα που δημιουργούν στις ζωές των ανθρώπων .



Τζόκερ


    
 Ο σκηνοθέτης ελαφρών κωμωδιών όπως το «Hangover» παρουσιάζει μια βαριά δραματική ταινία που μπορεί να βασίζεται σε έναν πασίγνωστο «κακό» των κόμικς με πολλαπλές μεταφορές στον κινηματογράφο, είναι όμως στην ουσία μια μελέτη στο κοινωνικά απομονωμένο άτομο. Ο Άρθουρ Φλεκ , ένας μοναχικός άνδρας με μια σπάνια ασθένεια που τον αναγκάζει να γελάει όταν βρίσκεται σε συναισθηματική ένταση, βιώνει το πρόβλημα της ανεργίας και την κοινωνική βία , οδηγούμενος στην περιθωριοποίηση και τελικά στην εγκληματικότητα. Η δημιουργία του Τζόκερ από έναν απλό άνθρωπο περνά μέσα από γεγονότα που τον θέτουν εκτός κάθε ορίου και τον μετατρέπουν στο σύμβολο του κακού.
 Η ταινία του Τοντ Φίλιπς ξεπερνά τα πλαίσια των συνηθισμένων χολιγουντιανών παραγωγών , χάρη στο δύσκολο θέμα της και στον τρόπο παρουσίασης που αντικατοπτρίζει σε πολλά τον σύγχρονο τρόπο σκέψης . Η φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών ομάδων , το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας , η ταυτόχρονη συγκέντρωση του πλούτου σε μια διεφθαρμένη ολιγαρχία, η έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, η βία της εξουσίας ,η κυριαρχία των μέσων ενημέρωσης και η καταπίεση και εξαθλίωση του καθημερινού ανθρώπου είναι τα καυτά σημερινά προβλήματα, που αποτυπώνονται στην ταινία. Όλα αυτά σε ένα περιβάλλον πολιτικής ορθότητας και ψευτο-ανθρωπισμού που καλύπτει σαν κρούστα τη σαπίλα που επικρατεί. Τομή στην οπτική του Τοντ Φίλιπς αποτελεί ίσως πως δεν προβληματίζεται πάνω στην ηθική ακεραιότητα των οικονομικά ισχυρών , αλλά τους παρουσιάζει ως ξεκάθαρα απόλυτα διεφθαρμένους , αδίστακτους αλαζόνες χωρίς ίχνος ανθρωπισμού, που θεωρούν κλόουν και περιγελούν τους οικονομικά ασθενέστερους και άξιους να τιμωρηθούν με κάθε εκδίκηση. Παράλληλα οι φτωχοί και ανίσχυροι φαίνονται εγκλωβισμένοι σε μύθους, σε ψέματα, όνειρα για επιτυχία και φρούδες ελπίδες για επανάσταση.
 Η συγγένεια του «Τζόκερ» με τον κινηματογράφο του Σκορσέζε είναι σαφής, καθώς ο Άρθουρ Φίλιπς ακολουθεί την πορεία στην απομόνωση και την τρέλα, αλλά και την ψευτο-ηρωοποίηση του Τράβις Μπικλ του «Ταξιτζή» , ενώ τα επαγγελματικά του όνειρα και οι εμμονές ταυτίζονται με εκείνα του Ρούμπερτ Πάπκιν του «Βασιλιά για μια νύχτα». Παρόν μάλιστα για να τα υποδηλώσει όλα αυτά βρίσκεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο που πρωταγωνιστούσε στις δύο αυτές ταινίες, στο ρόλο ενός δημοφιλή παρουσιαστή τοκ- σόου που θυμίζει τον Τζόνι Κάρσον. Παράλληλα εμφανίζονται συγκεκριμένα στοιχεία της μυθολογίας του κόμικ του «Μπάτμαν», όπως η δολοφονία των γονιών του Μπρους Γουέιν ,η εμφάνισή του σε τηλεοπτική εκπομπή και άλλα, χωρίς ποτέ όμως να εμφανιστεί κανένας Μπάτμαν. Το σήμα της έναρξης , η εμφάνιση των αυτοκινητοδρόμων παραπέμπουν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές του 1980, που συμπίπτει και με την εμφάνιση ενός πραγματικού δολοφόνου κλόουν που καταδικάστηκε σε θάνατο το 1980. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως ,ενώ τα κόμικς με τον Τζόκερ προηγούνται και ξεκινούν τη δεκαετία του 1940, η χρονολογική τοποθέτηση της ταινίας γύρω στο 1980 συμφωνεί με τις κινηματογραφικές επιτυχίες των ταινιών του 1989 και μετά.
Το κύριο ατού της ταινίας , πέρα από το θρυλικό κακό των κόμικς είναι η ερμηνεία του Χοακίν Φίνιξ. Έχοντας χάσει πάρα πολλά κιλά (σε σημείο που να μοιάζει με σκελετό), δίνει μια σπαρακτική και συνταρακτική ερμηνεία, σε σημείο που θεωρείται φαβορί για τα βραβεία Όσκαρ. Είναι η καλύτερη ερμηνεία του ηθοποιού και τον θέτει σε ευθεία σύγκριση με τη βραβευμένη με όσκαρ ερμηνεία του αείμνηστου (κυρίως εξαιτίας αυτού του ρόλου) Χιθ Λέτζερ.
 Ο «Τζόκερ» είναι μια καλή ταινία, που προκαλεί προβληματισμό και μένει ως μια ίσως δυσάρεστη, αλλά έντονη εμπειρία στο θεατή .Τα προβλήματα της ταινίας είναι κυρίως στο θέμα της ιστορίας και στο τί πραγματικά συνέβη. Κάποια σημεία είναι σαφώς προϊόντα  φαντασίας του Φλεκ, κάποια άλλα είναι αμφισβητούμενο αν ανήκουν στη φαντασία ή την πραγματικότητα και αυτό χρωματίζει διαφορετικά την ταινία ανάλογα την ερμηνεία. Αυτό που μένει είναι σίγουρα η τραγικότητα της ιστορίας και το ότι βασίζεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα και προβληματική που αγγίζει.
  Η μουσική επένδυση είναι εξαιρετική, όπως και η φωτογραφία σε ένα μοτίβο "βρώμικου" κιτρινοπράσινου , που βοηθά στην ατμόσφαιρα και μειώνει την αντίθεση των χρωμάτων του κλόουν. Η ψηφιακή επξεργασία έχει προσφέρει μεγάλο βάθος στην παρουσίαση των σκηνών της πόλης. Αξέχαστες μπορούν να μείνουν ορισμένες σκηνές της ταινίας, όπως το κατέβασμα του Άρθουρ στις σκάλες (με την ταυτόχρονη κάθοδό του στη δική του κόλαση) ή η στιγμή που πρόκειται να εισέλθει στο σκηνικό της εκπομπής του Μάρεϊ Φράνκλιν , έχοντας γίνει πια πραγματικά ο Τζόκερ. Το Χόλιγουντ πολύ σπάνια μπορεί πια να προσφέρει ταινίες σαν το "Τζόκερ" από την άποψη πως σίγουρα δεν προσφέρεται για κατανάλωση και χαβαλέ. 
 Η ταινία κρίθηκε ακατάλληλη για θεατές κάτω των 18, μάλλον λόγω της παρουσίασης ενός ψυχικά διαταραγμένου ατόμου, αλλά σε μια κοινωνία όπου λείπει το μέτρο, περισσεύει η υποκρισία και λίγοι αποφασίζουν πως θα ερμηνευθεί ο κάθε νόμος αναλόγως με την κρίση τους, ο Τζόκερ ήρθε να «καθίσει» τέλεια και να γελοιοποιήσει τον καθωσπρεπισμό κάποιων και ταυτόχρονα τη φρούδα «επαναστατικότητα» κάποιων άλλων. Μας χρειαζόταν ένας Τζόκερ οπωσδήποτε σε αυτό.



Παράσιτα
 Μπορεί να είναι λίγο δύσκολο να κατατάξει κανείς την ταινία του Μπονγκ Τζουν-Χο σε ένα συγκεκριμένο είδος, στην κωμωδία, το δράμα, το θρίλερ, τη σάτιρα ή την αλληγορία, καθώς ακροβατεί ανάμεσα και συνδυάζει όλα αυτά τα είδη, το σίγουρο είναι πως τα «Παράσιτα» δεν είναι μια απρόσιτη και δύσκολη ταινία. Αντίθετα, καταφέρνει με μοναδικό τρόπο να παρουσιάσει βαθιά κοινωνικά θέματα και να περάσει και σε φιλοσοφικού επιπέδου προβληματισμό μέσα από μια οπτική που ψυχαγωγεί και διασκεδάζει , ενώ παρέχει την ταύτιση στο θεατή μέσα από μια αφοπλιστική απλότητα που τέμνει την πραγματικότητα με ακρίβεια και σκληρότητα. Ο θεατής φιλοξενείται στο τοπίο των κοινωνικών αντιθέσεων σε όλη του την έκταση , όπως στην έπαυλη των ευκατάστατων Παρκ και στην τρώγλη των φτωχών Κιμ και μπαίνει με την ευκολία ενός αστείου στην εμφάνιση μιας τραγικότητας που είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Αυτό που προκαλεί το γέλιο αρχικά είναι το ίδιο που στη συνέχεια προκαλεί την αγωνία και τον τρόμο και δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή και τους νόμους που ορίζουν η φτώχεια ή ο πλούτος των ανθρώπων, που στέκονται από πάνω τους σαν μαχαίρι έτοιμο να τους κόψει σε κομμάτια.
 Οι άνεργοι και άποροι Κιμ παρεισφρέουν στη ζωή των πλούσιων Παρκ, όταν ο μεγαλύτερος γιος και στη συνέχεια όλα τα μέλη της οικογένειας προσλαμβάνονται στη δούλεψή τους , με ανυπολόγιστες συνέπειες όταν όλα θα ανατραπούν.
 Δύο είναι οι παράγοντες που θα κρίνουν το αποτέλεσμα της συμβίωσης και της αναπόφευκτης σύγκρουσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών, που μπορεί να χαρακτηρίζεται από ευγένεια και καλούς τρόπους, αφέλεια ή ανάγκη , αλλά κατά βάθος πάντοτε υπάρχει αίμα και ακραία βία. Ο ένας  είναι το σχέδιο και ο άλλος τα όρια. Το αν χρειάζεται ή όχι ένα πλάνο στη ζωή είναι ένας προβληματισμός που παρουσιάζεται έντονα στην ταινία. Σχέδιο για να αποκτήσει κανείς χρήματα ,σχέδιο για να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες , σχέδιο για να εξαπατήσει ή σχέδιο για να μην εξαπατηθεί. Ένα μέσο της επιβολής των οικονομικά επιτυχημένων στους ασθενέστερους είναι πως μέσω όσων έχουν κατακτήσει υπονοείται η ύπαρξη ενός σχεδίου που σκέφτηκαν , εκτέλεσαν και τους πρόσφερε την επιτυχία, κάτι που εμπνέει σεβασμό. Από την άλλη πλευρά ένα επιτυχημένο σχέδιο σε μια απάτη μπορεί να προσφέρει έσοδα και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ,ακόμα και σεβασμό. Επίσης  για να επιβιώσει κανείς σε εξαιρετικά δυσμενείς καταστάσεις ίσως χρειάζεται ένα σχέδιο για να αντιμετωπίσει τους πιθανούς κινδύνους . Ή μήπως ένα σχέδιο μπορεί απλώς να αποπροσανατολίσει και να δυσκολέψει όποιον λειτουργήσει με βάση αυτό και πως η ζωή αποφασίζει ούτως ή άλλως χωρίς να μας ρωτήσει ,ή όπως λέει και ρήση «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει»; Ο προβληματισμός αυτός δίνει το δικό του δραματικό τόνο στην ταινία, καθώς ουσιαστικά φαίνεται πως η χάραξη του οποιοδήποτε σχεδίου εξαρτάται και αυτή από τις οικονομικές συνθήκες στις οποίες ζει κανείς και τον τρόπο σκέψης που έχει μάθει και αναγκαστεί να ακολουθεί. 
 Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας της συμβίωσης των οικονομικά ισχυρών και των ασθενέστερων είναι τα όρια.  Οι διαφορές στην παιδεία δημιουργούν προβλήματα στην επικοινωνία. Ο υπηρέτης θα πρέπει να έχει καλούς τρόπους και να τηρεί τα όρια της απόστασης απέναντι στο αφεντικό του για να μην υπάρχουν εντάσεις. Όμως και το αφεντικό του θα πρέπει να αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση του οποιουδήποτε υπηρέτη και να μην συμπεριφέρεται ρατσιστικά. Οι υπερβάσεις των ορίων είναι και για τις δύο πλευρές πληγές που προκαλούν πόνο και μπορούν να γίνουν αιτίες πολέμου. Τα όρια είναι λεπτές γραμμές που χωρίζουν αγεφύρωτους κόσμους , πατούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η παραβίασή τους μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές. Όμως, όπως πάλι είναι φανερό στην ταινία, η οικονομική τάξη και ο τρόπος ζωής καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αντοχή και τη συνέπεια σε αυτά τα όρια συνύπαρξης και ανθρωπιάς.



 Δεν είναι μόνο αυτοί οι προβληματισμοί που θέτει η ταινία. Όλα όσα παρουσιάζονται έχουν «μεταφορικό» χαρακτήρα, κάτι που αναφέρεται ξεκάθαρα σε διαλόγους του έργου, καθιστώντας την ταινία μια αλληγορία. Ξεκινώντας από την παρουσίαση των φτωχών Κιμ να κατοικούν στο υπόγειο , κάτω από το έδαφος , ψάχνοντας για το wi-fi των από πάνω και τους πλούσιους Παρκ να κατοικούν σε μια υπερπολυτελή έπαυλη που αγόρασαν από κάποιο διάσημο αρχιτέκτονα έχουμε ήδη μια εικόνα «μεταφορική» που μας εισάγει στη λογική των «παρασίτων» στην οποία αναφέρεται η ταινία. Οι Κιμ διεισδύουν στη ζωή των Παρκ σαν παράσιτα για να απομυζήσουν έσοδα . Στο υπόγειο των Κιμ υπάρχουν αληθινά παράσιτα που αφθονούν εκεί που ζουν ,ενώ τους δημιουργούν πρόβλημα και διάφοροι περαστικοί. Οι Κιμ παρασιτούν στους Παρκ βρίσκοντας  διάφορα «ανοίγματα» .Η αδυναμία τους να συντηρήσουν τη βίλλα τους και να κάνουν τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, η έλλειψη αληθινής κουλτούρας  , ο εγωκεντρισμός τους , η αφέλεια ,οι ψεύτικες κοινωνικές τους σχέσεις δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για εισβολείς.  Στη χλιδή και την άνεση των Παρκ φαίνεται να έχουν θέση πάντα τα παράσιτα. Από την άλλη όλοι αυτοί οι «κομψοί» και «όμορφοι», αλλά «βαρετοί» άνθρωποι που ζουν στην πολυτέλεια επειδή βγάζουν χρήματα , χωρίς κανένα νόημα στη ζωή τους και χωρίς να προσφέρουν κάτι ,ίσως είναι κι αυτοί παράσιτα στην κοινωνία, από την οποία πλουτίζουν με διαφόρους τρόπους, κι όταν μια βροχή που πνίγει αστέγους και οδηγεί εκατοντάδες σε καταφύγια  ,τους αφήνει αδιάφορους να κάνουν πάρτι και να διασκεδάζουν. Πάνω από το έδαφος της γης, παρασιτούν,λοιπόν ,κι αυτοί στην ουσία της ανθρώπινης ζωής και την αλήθεια.
 Σχεδόν τα πάντα όσα παρουσιάζονται έχουν αυτό το «μεταφορικό» χαρακτήρα . Η συλλεκτική πέτρα που προσφέρεται ως δώρο στην οικογένεια ,η οποία φημίζεται πως φέρνει οικονομική τύχη στους κατόχους της  μπορεί να τους φέρει έσοδα, όμως δεν είναι βέβαιο πως θα τους βοηθήσει στα υπόλοιπα , ούτε θα τους προσφέρει την ευτυχία, είναι μια βαριά πέτρα που μπορεί να γίνει και όπλο για έγκλημα και ίσως συμβολίζει το βάρος της ανάγκης τους για χρήμα ,που τους ακολουθεί πάντα και μπορεί να γίνει και η αιτία καταστροφής τους. Τα σήματα μορς ως μια προσπάθεια επικοινωνίας σε μια κοινωνία που αυτή γίνεται ανέφικτη, τα κινητά τηλέφωνα που «είναι σαν πυρηνικές βόμβες» , το νερό της βροχής που μπορεί να αλλάξει τα πάντα, το χτύπημα στο μετωπιαίο λοβό του φτωχού που του αλλοιώνει το συναίσθημα, τα «φαντάσματα» που προκαλούν παιδικά τραύματα και δεν είναι παρά η όψη της πραγματικότητας που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια, είναι όλα σύμβολα σε μια αλληγορία που αναφέρεται σε πολλά περισσότερα από όσα παρουσιάζονται, χωρίς να χρειάζεται καμιά αποκωδικοποίηση. Καμιά ανάλυση δεν είναι απαραίτητη, καθώς τα πάντα εκφράζονται άμεσα στην ιστορία από την πρώτη της ανάγνωση και η δυναμική της ταινίας και οι έννοιες που εκφράζονται είναι οι ίδιες είτε κανείς την εκλάβει μεταφορικά είτε όχι.
 Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που κάνει τα «Παράσιτα» ένα αριστούργημα. Η σαφήνεια και το βάθος  έρχονται μαζί με τη διασκέδαση. Η ταινία κινείται σε ένα ρυθμό που προκαλεί το ενδιαφέρον και αυξάνει σταδιακά την ένταση , σε σημείο που να στέκεσαι στην άκρη της καρέκλας από το μισό της ταινίας περίπου και μετά. Οι ανατροπές οδηγούν την ταινία σε σημεία που κανείς δεν θα περίμενε, ενώ τα πάντα λειτουργούν  τέλεια με την ταύτιση, που είναι αναπόφευκτη για κάποιον από τους ήρωες. Έχει γραφτεί και ισχύει πως η ταινία λειτουργεί σαν καθρέφτης σε όλους μας. Οι ανάγλυφοι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σε όλο το βάθος τους αποδίδονται ιδανικά από τους ηθοποιούς, που στο σύνολό τους ερμηνεύουν τέλεια αυτούς που υποδύονται. Το πρωτότυπο, απίστευτα ευρηματικό σενάριο και τα άψογα πλάνα του Μπογκ Τζουν Χο βάζουν την ταινία σε πολύ υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο.  Η μουσική επένδυση του Γιέιλ Γιουνγκ είναι υπέροχη, μια από τις καλύτερες σε ταινία των τελευταίων χρόνων και συμβάλλει σημαντικά στο ρυθμό και στην εξαιρετική αισθητική της ταινίας.

 Αυτό που κάνει τα «Παράσιτα» να υπερτερούν κατά πολύ του «Τζόκερ» είναι πως μπαίνουν στην ουσία και αφήνουν ένα ανεξίτηλο στίγμα, χωρίς βοηθήματα και χωρίς υπαινιγμούς. Η ταινία του Μπογκ Τζουν Χο αγγίζει τον οποιονδήποτε και λειτουργεί αυτόματα σε πολλαπλά επίπεδα, παρουσιάζοντας μια ιστορία με πολύ πιο απίστευτη εξέλιξη από το «Τζόκερ» ,που θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί στην πραγματικότητα και να μην είναι κανένα όνειρο ή παραίσθηση (αν και στο τέλος υπάρχει επίσης μια μικρή σκηνή ονείρου, μια τελευταία πινελιά στην ιστορία). Οι τόσο αληθινοί χαρακτήρες των «Παρασίτων» είναι το ίδιο γνώριμοι και ανάγλυφοι όσο ο πασίγνωστος χαρακτήρας των κόμικ, ενώ τα όσα διαδραματίζονται είναι πολύ πιο τρομακτικά. Ο Άρθουρ Φλεκ μπορεί να βρίσκεται κάπου εκεί έξω και να νιώθουμε περίεργα ή άβολα για αυτό, είναι όμως στο περιθώριο για το οποίο μπορεί να ανταλλάσσουμε απόψεις ή ευθύνες , αλλά στο οποίο λίγοι ζουν , με το φορτίο της ψυχικής ασθένειας που θέτει εν αμφιβόλω κάθε τους πράξη ή σκέψη. Είναι όμως αδύνατον να μη βρει κανείς τον εαυτό του σε κάποιον από τους ήρωες των «Παρασίτων» και οι ευθύνες τους βρίσκονται διάσπαρτες σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας.
  Αλλά και σε επίπεδο καθαρά ψυχαγωγίας τα «Παράσιτα» είναι μια πολύ πιο δυνατή και διασκεδαστική ταινία, που δεν επιχειρεί να ρίξει γροθιά στο στομάχι και να ενοχλήσει, αλλά πέφτει στη φωτιά κατευθείαν και δεν αφήνει τίποτε εκτός. Ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, οι διθυραμβικές κριτικές και τα καλά λόγια όλων όσων είδαν την ταινία ήταν τα μόνα διαφημιστικά κόλπα που χρησιμοποιήθηκαν , αντίθετα με τον «φοβερό και τρομερό» Τζόκερ , που έχει κόψει 9 φορές περισσότερα εισιτήρια παγκοσμίως. Πληροφοριακά, τα «Παράσιτα» είναι κατάλληλα για θεατές άνω των 15 ...

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Κάποτε στο Χόλιγουντ (major spoliers) : Μια άλλη εκδοχή





       



Για να εκτιμήσει κανείς το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι καλό να έχει υπ’όψη του μια ανάλυση του Χίτσκοκ για τη δημιουργία έντασης και αγωνίας στο κοινό, που έχει επαναλάβει σε συνεντεύξεις του.

H 9η ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο (κατά την αρίθμηση του σκηνοθέτη, που θεωρεί το Kill Bill ως μία ταινία και έχει δηλώσει πως θα γυρίσει μόνο 10) που για άλλους είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς, για άλλους είναι απλά ένας προβοκάτορας που χρησιμοποιεί την ακραία βία ,ήταν ένα από τα κινηματογραφικά γεγονότα που αναμένονταν αυτό το καλοκαίρι, για πολλούς λόγους. Το φοβερό καστ και το θέμα που ακουγόταν πως είχε να κάνει με το φόνο της Σάρον Τέιτ , δημιουργούσαν ένα παραπάνω ενδιαφέρον, στο οποίο ήρθαν να προστεθούν οι αντικρουόμενες απόψεις για τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας ,το ρόλο της Μαργκότ Ρόμπι ,το αινιγματικό φινάλε και μια τελευταία διένεξη για τον τρόπο που παρουσιάζει τον Μπρους Λι στην ταινία. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Ταραντίνο είναι ένας από τους λίγους πραγματικούς γνώστες του κινηματογράφου και πως κάποιες ταινίες του είχαν φοβερή απήχηση και σχολιάστηκαν ,αναλύθηκαν ,αγαπήθηκαν και μισήθηκαν όσο λίγες τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ο καλύτερος τόπος για να μην απογοητευτεί κανείς για μια ταινία ενός σκηνοθέτη όπως ο Ταραντίνο με αυτό το απίστευτο καστ είναι να είναι προετοιμασμένος για το χειρότερο. Προσωπικά πήγα περιμένοντας να δω ό,τι χειρότερο , με την εμπειρία των «Μισητών Οχτώ» που δεν μου άρεσαν.  Πριν ξεκινήσει η ταινία με τα τρέιλερ του ριμέικ της "Λάμψης" ,του σίκουελ του ριμέικ του "Το αυτό" και "Fast and Furious" ούτε που θυμάμαι πόσο να προβάλλονται και με την εξαφάνιση κάθε πρωτοτυπίας στο αμερικάνικο σινεμά τα τελευταία χρόνια  είχα ήδη αλλάξει γνώμη και τελικά δεν χρειαζόταν, γιατί το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι μια υπέροχη ταινία.
Το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι μια ταινία που διαδραματίζεται στο 1969 στο Χόλιγουντ .
Eίναι η εποχή των μεγάλων κοινωνικών αγώνων και αναταραχών, των χίππυς , του πολέμου του Βιετνάμ, της έξαρσης της βίας και των δολοφονιών μεγάλων πολιτικών με τις τέχνες κάθε είδους να ακολουθούν τις ιδέες και την ατμόσφαιρα της εποχής και να γνωρίζουν μεγάλες αλλαγές στη μορφή και το περιεχόμενο και μια παγκόσμια άνθηση. Η βιομηχανία του Χόλιγουντ μεταλλάσσεται κι αυτή με έναν τρόπο που παρουσιάζεται μέσα από την ιστορία τριών προσώπων αντιπροσωπευτικών της εποχής. Ο  ηθοποιός Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) έχει πρωταγωνιστήσει σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές ,χωρίς ποτέ να καταφέρει να φτάσει στη μεγάλη οθόνη και βιώνει την παρακμή .Ο κασκαντέρ και οδηγός του , Κλιφ Ρουθ (Μπραντ Πιτ) τον ακολουθεί, του συμπαραστέκεται ,ενώ και ο ίδιος έχει προβλήματα εύρεσης εργασίας. Παράλληλα, η πανέμορφη Σάρον Τέιτ (Μαργκότ Ρόμπι) που μένει δίπλα στη βίλλα του Ντάλτον, μαζί με τον διάσημο σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι ,είναι ένα ανερχόμενο αστέρι που βιώνει με ρομαντισμό την αρχή της αναγνωρισιμότητάς της με τη συμμετοχή της στις ταινίες του κινηματογράφου .Επίσης συμμετέχει ο Αλ Πατσίνο, σε ένα μικρό ρόλο που "αφυπνίζει" τον ήρωα .



Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, με τον Μπραντ Πιτ να υπερέχει και να κάνει την καλύτερη ίσως εμφάνισή του σε ταινία.
Oι χαρακτήρες χρησιμοποιούνται περισσότερο ως σύμβολα στην ταινία. Ο ηθοποιός που στην τηλεόραση κάνει φοβερά κατορθώματα και έρχεται αντιμέτωπος με μεγάλους κινδύνους και εχθρούς, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει έτσι, έρχεται όμως αντιμέτωπος με τον κίνδυνο του τέλους της καριέρας του και έχει να αντιμετωπίσει τους παραγωγούς που τον εκμεταλλεύονται, τους ανταγωνιστές του που τον υποσκάπτουν και τη δική του ανασφάλεια και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά . Ο ηθοποιός είναι ένα παιδί που βλέπει ιδεαλιστικά την τέχνη του και είναι παγιδευμένος σε ένα σύστημα που τον χρησιμοποιεί για το κέρδος, κι όπως τον ανέβασε μέχρι ενός σημείου τον κατεβάζει. Ο κασκαντέρ δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη, απλά είναι ένας άνθρωπος που ζει μονίμως με τον κίνδυνο και στα όριά του , ζει απ’ αυτό και  με αυτόν τον τρόπο και εκτός των πλατό , στην καθημερινή πραγματικότητα, όπου ο κίνδυνος μπορεί να παραμονεύει παντού. Φέρει το βάρος παλιών επιλογών και πράξεών του ,είναι πραγματικός φίλος, δεν θα δειλιάσει , δεν θα δυσκολέψει κανέναν, ούτε θα πει ψέματα, προσπαθεί να λειτουργήσει  στα όρια που του έχουν τεθεί και να προφυλάσσεται από καταστάσεις που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν. Μπαίνει στα δύσκολα , αυτή είναι η δουλειά του.  Και η δυσκολία είναι ο κίνδυνος που αλλάζει μορφές και ακόμα περισσότερο ο ντόμπρος και ανυπότακτος χαρακτήρας του, που πληρώνει συνεχώς , λέει «fair enough» και συνεχίζει. Ο κασκαντέρ είναι τελικά ο άνθρωπος  στον οποίο αναφέρονται όλες αυτές οι ταινίες δράσης, των οποίων η αληθοφάνεια στηρίζεται στις δυνατότητες και το χαρακτήρα του, ο κασκαντέρ τελικά είναι η αλήθεια του σινεμά. Και οι δύο ήρωες είναι τελικά πρόσωπα με που έχουν μια τραγική διάσταση στο χρόνο, που έχουν παγιδευτεί σε καταστάσεις κι όμως μάχονται συνεχώς τον εαυτό τους. Αυτή η τραγικότητα ενισχύεται με την παρουσίαση της Σάρον Τέιτ, το μοντέλο και ανερχόμενο αστέρι Σάρον Τέιτ , που βιώνει την εμφάνισή της στις αφίσες των κινηματογράφων και ζει με τον σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι , όνομα με πέραση τότε , που είναι αναμενόμενο να της εξασφαλίσει μια μεγάλη καριέρα, με τη γνωστή κατάληξη του άγριου φονικού των χίππηδων οπαδών του Τσαρλς Μάνσον.
Ο τίτλος παραπέμπει σε παραμύθι και επίσης θυμίζει τα γουέστερν σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε, στα οποία επίσης γίνεται αναφορά στην ταινία. Ο Ταραντίνο όντως δημιουργεί ένα παραμύθι, αλλάζοντας την ιστορική αλήθεια, κάτι για το οποίο προειδοποιεί ήδη από την αρχή της ταινίας, που παρουσιάζει τον Ντάλτον να παίζει σε μια σκηνή όπου δολοφονεί μια ομάδα ναζί με τρόπο που θυμίζει τη σκηνή των «Άδωξη Μπάσταρδοι» όπου σκοτώνεται ο Χίτλερ. Με τη μαεστρία στη διήγηση που τον χαρακτηρίζει, ενώνει και πάλι διαφορετικές ιστορίες, που θα συναντηθούν στο τέλος, όχι όμως για να αποκαλύψουν την πραγματικότητα όπως στο "Pulp Fiction "ή το "Jackie Brown", αλλά για να αναδείξει τις βαθύτερες αιτίες σε μια πολύ πικρή και στενάχωρη πραγματικότητα που είναι γνωστή και για να προσφέρει ένα εναλλακτικό τέλος. Το σινεμά και το Χόλιγουντ στο οποίο αναφέρεται η ταινία δημιουργήθηκε και υπάρχει για να προσφέρει μια διαδικασία απόδρασης από την καθημερινότητα . Ο Ταραντίνο αναπαριστά την εποχή με τέλειο στην κάθε λεπτομέρεια τρόπο, παρουσιάζει την αθωότητά της και την ατμόσφαιρα που επικρατεί και φτάνει μέχρι το τραγικό γεγονός αποδίδοντας την αλήθεια που ο ίδιος έχει βιώσει στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το παραμύθι του είναι μέχρι το τελευταίο 20λεπτο της ταινίας η ρεαλιστική απεικόνιση μιας παραμυθένιας εποχής ,με ένα ρεαλισμό χαρακτήρων και συναισθημάτων που δημιουργεί μια μελαγχολία με τη γνώση της σημερινής πραγματικότητας και όσα έχουν συμβεί ως επακόλουθα όσων βλέπουμε . Επίσης, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς από μια ταινία του Ταραντίνο. μέχρι το τελευταίο 20λεπτο δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου βία και καθόλου αίμα.

Θυμίζει η απεικόνιση της εποχής από τον  Ταραντίνο δύο αριστουργηματικές ταινίες που επίσης αναφέρονται σε αυτή.  Το “ZODIAC " του Ντέιβιντ Φίντσερ και το περσινό "ROMA" του Αλφόνσο Κουαρόν. Ίσως η εμπειρία του «Zodiac» που εμφανίζει το παραλήρημα της αμερικάνικης κοινωνίας για τον κατά συρροή δολοφόνο και το φόβο που ήρθε να φωλιάσει για πάντα στα σπίτια των ανθρώπων που ζούσαν μπροστά σε μια τηλεόραση, διώχνοντας δια παντός κάθε αθωότητα, βοηθά τον Ταραντίνο με τις γνώριμες εικόνες να μην επιμείνει σε αυτή την παρουσίαση και να προσθέσει το στοιχείο πως η βία που αναπαράγει η τηλεόραση γίνεται το άλλοθι των παρανοϊκών δολοφόνων. Ανάλογα , η εμπειρία του «Ρόμα» προσφέρει με τέλειο τρόπο την ατμόσφαιρα της εποχής για κάποιον που δεν την έχει ζήσει και το συναίσθημα της απώλειας της αθωότητας. Το συναίσθημα του «ξέρουμε τί συνέβη μετά» που υπάρχει στο «Ρόμα» είναι ακόμη πιο έντονο στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ».
Το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι ένα καίριο update στον κινηματογράφο του Ταραντίνο , που ουσιαστικά δηλώνει πως έκανε πάντοτε σινεμά  για το σινεμά και πως η ακραία βία που μπορεί και να προκαλεί το γέλιο βρίσκεται στις ταινίες του για να διασκεδάσει όσους μπορούν να διασκεδάσουν με αυτή και να ξορκίσει τη βία της αληθινής ζωής, που είναι πολύ πιο σκληρή , πολύ πιο πικρή και πολύ πιο άδικη από αυτή στις ταινίες. Αφού μας παρουσιάσει ρεαλιστικά μια πραγματικότητα που έχει ζήσει και μας κάνει μια περιήγηση στον τόπο , το χρόνο και τους ανθρώπους, επιστρέφει με πίκρα και αποστροφή στο παραμύθι του , για να δώσει μια άλλη εκδοχή με μια βία που μπορεί και να προσφέρει και γέλιο, δημιουργεί όμως και μια μελαγχολία με τη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Εφαρμόζει για τη δημιουργία της έντασης και της αγωνίας τον τρόπο του Χίτσκοκ, που έλεγε πως το να δείξεις στο κοινό μια βόμβα να εκρήγνυται δεν δημιουργεί ένταση, παρά μόνο απογοητεύει , όταν όμως το κοινό ξέρει πως υπάρχει μια βόμβα που πρόκειται να εκραγεί, τότε η συναισθηματική ανταπόκριση του κοινού είναι διαφορετική και η βόμβα δεν πρέπει ποτέ να εκραγεί. Η  ύπαρξη της «βόμβας» που θα εκραγεί  και το εξαιρετικά ειδεχθές έγκλημα στο σπίτι της Σάρον Τέιτ που πρόκειται να συμβεί , παρουσιάζεται μέχρι το τέλος , αλλά δεν «εκρήγνυται» ποτέ , με τα πράγματα παίρνουν στην ταινία μια άλλη τροπή και ένα άλλο φονικό να συμβαίνει. Ένα φονικό που μπορεί να γίνει ταυτόχρονα διασκεδαστικό όσο ξορκίζει την αλήθεια, όσο και στενάχωρο, όσο μας θυμίζει τα πραγματικά περιστατικά. Η ένταση στο φινάλε είναι πλασματική («fictional»)και χρησιμοποιεί τη συμπάθεια που έχουμε καλλιεργήσει για τους ήρωες, είναι μόνο για τη διασκέδασή μας. Με το «εναλλακτικό φινάλε» η καριέρα του Ρικ Ντάλτον ανακάμπτει , αυτός επιβιώνει του φονικού, λειτουργεί με ανάλογο τρόπο με τους ήρωες που ερμηνεύει και ίσως όντως η γνωριμία του με τον Πολάσκι να του ανοίξει νέους δρόμους. Ο Κλιφ Ρουθ εξοντώνει τη συμμορία των χίππυς του Μάνσον και αναφέρει τις γελοιότητες περί σατανιστών στους δημοσιογράφους.Όμως όλοι γνωρίζουμε την αλήθεια και πως η «βόμβα» εξεράγη, όπως στους "Inglorious basterds" γνωρίζουμε πως ο Χίτλερ δεν δολοφονήθηκε ποτέ και όσες αγριότητες  επακολούθησαν. Αυτό είναι που κάνει το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» μια σπουδαία ταινία και του δίνει παράλληλα την ευκαιρία να «εξηγηθεί» για τη βία των ταινιών του και να αφήσει στο κοινό την ευκαιρία να επιλέξει ανάμεσα στην ψεύτικη, τη fictional βία που μπορεί να προκαλέσει και γέλιο και στη σκληρή πραγματικότητα που δεν σηκώνει αστεία. Η ψεύτικη βία του είναι μια άρνηση της πραγματικής και αυτό δεν μπορεί να του το αρνηθεί κανείς.
Ο Ταραντίνο δεν εξιλεώνει μόνο τον εαυτό του με αυτή την ταινία, αλλά από μέρους του και όλη τη βία στον κινηματογράφο. Όπως π.χ. το «Βρώμικο Χάρρυ» της εποχής (που αναφέρεται επίσης στην ιστορία των δολοφονιών του Ζόντιακ), με τον Κλιντ Ίστγουντ που μετά από μια παρακμιακή πορεία στα τηλεοπτικά γουέστερν ξεκίνησε τη μόδα των γουέστερν σπαγγέτι και το 1994 προσέφερε το Χρυσό Φοίνικα στο «Pulp Fiction”, τον Μπαρτ Ρέινολντς που ήταν να παίξει ένα μικρό ρόλο στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ» αλλά δεν πρόλαβε και πολλούς άλλους. Επίσης στην πικρή γεύση για την ιστορία των ηθοποιών ήρθε να συμβάλλει και ο πρόσφατος θάνατος του Λουκ Πέρι, που κάνει την τελευταία του εμφάνιση στην ταινία. Ο χαρακτήρας του Στιβ Μακ Κουίν, που είχε τη φήμη να κάνει ο ίδιος πολλά από τα stunts στις ταινίες του και ενός απαίσιου χαρακτήρα ο οποίος είχε δηλώσει πως ήταν προσκεκλημένος στο σπίτι της Σάρον Τέιτ τη βραδιά του φονικού αλλά για κάποιο λόγο δεν πήγε, παίζει επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην παρουσίαση των περιστατικών, ενώ με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας ο Ντι Κάπριο εμφανίζεται σε σκηνή της «Μεγάλης Απόδρασης». Πάρα πολλές είναι γενικά οι αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα και πράγματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας ,όπως το ράντσο του Τζορτζ Σπόουν ,το όνομα "Νάταλι" της γυναίκας του Κλιφ Ρουθ μπορεί να αναφέρεται στη Νάταλι Γουντ ,ενώ το παρόν δίνουν αναγνωριστικά σημεία της φιλμογραφίας του Ταραντίνο, όπως τα τσιγάρα Red Apple και το Kahuna Burger.
Μια βαθμολόγηση των ταινιών του Ταραντίνο δεν θα τοποθετούσε ποτέ το "Κάποτε στο Χόλιγουντ" στην πρώτη θέση, που ανήκει μάλλον στο "Pulp Fiction", αλλά το πιθανότερο είναι πως θα βρισκόταν στην πρώτη πεντάδα. 
Τέλος, η ταινία προσφέρει ένα χορταστικό σάουντρακ, με αξέχαστα τραγούδια , θέματα από τηλεοπτικές σειρές και από ταινίες της εποχής
Ποιός να ξέρει ποιές αλλαγές στην ιστορία μπορεί να παρουσιάσει η ταινία Σταρ Τρεκ που φημολογείται πως είναι η επόμενη και τελυταία του Ταραντίνο, όταν οι ήρωες θα διακτινίζονται και θα ταξιδεύουν στο χρόνο...
Καλή διασκέδαση και καλή μας αντοχή στη σκληρή πραγματικότητα.