Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Η ετυμηγορία (1982) Ο θρίαμβος της αλήθειας (χωρίς spoilers)


Μια από τις ευτυχέστερες  συνυπάρξεις  σεναρίου-σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή, η «Ετυμηγορία» του 1982,  είναι μια ταινία που χαρακτηρίζεται ως «δικαστικό δράμα», αλλά είναι σίγουρα πολλά περισσότερα από αυτό.
Ο Φρανκ Γκάλβιν, κάποτε ανερχόμενος δικηγόρος που όμως ,λόγω μιας υπόθεσης ,στην οποία ανέλαβε πρωτοβουλίες προκειμένου να κάνει το σωστό, απολύθηκε από το δικηγορικό γραφείο που εργαζόταν,παραγκωνίστηκε και τον άφησε η γυναίκα του, βιώνει την απόλυτη παρακμή. Αλκοολικός, με το πρόβλημά του να χειροτερεύει συνεχώς, είναι κυνηγός υποθέσεων αποζημιώσεων για ιατρικά σφάλματα, ψάχνει για πιθανούς πελάτες σε κηδείες ανθρώπων των οποίων οι συγγενείς πιθανόν να ζητούσαν κάποια αποζημίωση και εξευτελίζεται.  Μέσα στα τρία τελευταία χρόνια είχε μόλις τέσσερις υποθέσεις, τις οποίες έχασε.  Ο μόνος του συνεργάτης,παλιός καθηγητής του, συνταξιούχος Μίκυ Μόρισέι ,του φέρνει μια υπόθεση που θα μπορούσε να του αποφέρει κέρδη. Η αδελφή μιας 23χρονης κοπέλας, η οποία κατά τη γέννα του τρίτου της παιδιού , διασωληνώθηκε λόγω επιπλοκών και βρίσκεται σε κώμα, ζητά αποζημίωση από τους ιατρούς και από το μαιευτήριο που ανήκει στην Καθολική Εκκλησία,λόγω των ευθυνών τους για την κατάσταση της κοπέλας. Ο Φρανκ ξεκινάει με την προοπτική να επιτύχει συμφωνία πριν το Δικαστήριο, αλλά βλέποντας την κατάσταση της κοπέλας, ξεχνάει το θέμα του κέρδους και βάζει ως στόχο την απονομή δικαιοσύνης. Ο δικηγόρος υπεράσπισης των μεγαλογιατρών και του ιδρύματος, διευθυντής μεγάλου δικηγορικού γραφείου, Εντ Κονκάνον,προτείνει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για συμβιβασμό, το οποίο ο Φρανκ αρνείται, χωρίς να ρωτήσει τους συγγενείς.Είναι η ευκαιρία του να ξαναβρεί τον εαυτό του και να κάνει κάτι σωστό.


Η απλότητα και ο ανθρώπινος χαρακτήρας είναι τα βασικά πλεονεκτήματα της ταινίας, που παρουσιάζει την εξέλιξη της υπόθεσης παράλληλα με την εξέλιξη του χαρακτήρα του Φρανκ, ο οποίος βιώνει την προσωπική του κόλαση  και αγκιστρώνεται στην υπόθεση για να ξεφύγει από αυτήν.  Απέναντι από τον Φρανκ, που υφίσταται την καθημερινή ταπείνωση και την εξαθλίωση μέσα στον αλκοολισμό, βρίσκονται οι «επιτυχημένοι» επιστήμονες και επαγγελματίες, που κινούνται πάνω στο όχημα της διαφθοράς, της υποκρισίας, της αδιαφορίας για τον άνθρωπο, της αλαζονείας και του κυνισμού. Είναι ουσιαστικά αυτό το σάπιο «περίβλημα» της άσκησης της δικηγορίας, που άφησε πίσω τον Φρανκ και τον έφερε  στα πρόθυρα της καταστροφής. Οι παλιοί του εχθροί βρίσκονται πάντα εκεί ,ως κατεστημμένες συμπεριφορές και αντιλήψεις, ως φορείς της Δικαιοσύνης που έχουν ξεφύγει του σκοπού τους, ακόμη και ως παράγραφοι και υποσημειώσεις νόμων που γίνονται εργαλεία στην αδικία και τον κοιτούν υποτιμητικά και χλευαστικά, χωρίς καμιά συμπάθεια . Σε αντίθεση με τους αντιπάλους του , όμως, που είναι σε πλεονεκτική θέση ,στην αναζήτηση μιας ακόμη επιτυχίας, ο Φρανκ, είναι στην αναζήτηση της αλήθειας .
Η ταινία του Σίντνε’ι’ Λουμέτ θυμίζει σε αρκετά σημεία την πρώτη του ,μεγάλη επιτυχία «Οι 12 ένορκοι». Εκτός του δικαστικού θέματος, η παρουσίαση μιας υπόθεσης που ξεκινάει ως απλή και γίνεται περίπλοκη και η σταδιακή προσθήκη στοιχείων και μαρτύρων,που δίνουν νέα οπτική στην υπόθεση και επηρρεάζουν τους ενόρκους,θυμίζουν τους «12 ενόρκους». Ο Τζακ Γουόρντεν παίζει βασικούς ,σχεδόν αντίθετους,  ρόλους και στις δύο ταινίες , ως κυνικός, αδιάφορος για το δίκαιο ένορκος 7 στους «12 ενόρκους»και ως αδερφικός συνεργάτης  του Φρανκ ,Μίκυ Μόρισέι, η «φωνή της λογικής» στην «Ετυμηγορία». Στη σκηνή της ανακοίνωσης της απόφασης , το κατέβασμα της κάμερας από πολύ ψηλά στο Δικαστήριο μπροστά στον Πολ Νιούμαν,θυμίζει την ψηλή θέση από την οποία ξεκινούσε η κάμερα στους «12 ενόρκους», για να καταλήξει στο επίπεδο των προσώπων ή και χαμηλότερα απ’αυτά.  Το θέμα του ρατσισμού θίγεται και στις δύο ταινίες και εμφανίζεται ως μια πραγματικότητα από την οποία η κοινωνία αδυνατεί να ξεφύγει. Στους «12 ενόρκους» ο ρατσισμός απέναντι στον έγχρωμο κατηγορούμενο είναι ένας παράγοντας λόγω του οποίου οι ένορκοι τον θεωρούν αρχικά ένοχο, λόγω του τρόπου ζωής και της υψηλής εγκληματικότητας των νέων στα «γκέτο». Στην «Ετυμηγορία» ,αρκετά χρόνια μετά, ο ρατσισμός απέναντι στο νέγρο γιατρό μάρτυρα κατηγορίας παρουσιάζεται ως δεδομένος (ο Φρανκ απογοητεύεται όταν τον συναντά) και το χρώμα του αποδυναμώνει την ισχύ της κατάθεσής του ,δίνοντας ένα πλεονέκτημα στην υπεράσπιση, που δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ ευθέως, αλλά μόνο  υπόγεια. Η διαφορά στις δύο ταινίες , όπως φαίνεται και από την παρουσίαση του θέματος του ρατσισμού, είναι πως στους «12 ένορκους» προτείνεται η εξάντληση των λογικών επιχειρημάτων στην ανάλυση της υπόθεσης από τους ενόρκους και λιγότερο το συναίσθημα ,για την αποκάλυψη της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης, ενώ στην «Ετυμηγορία» ο Φρανκ Γκάλβιν στην καταληκτική ομιλία του ακουμπάει περισσότερο στο συναίσθημα, αναφέρεται στην αλλοτρίωση και προτείνει την πίστη και το αίσθημα δικαιοσύνης που έχουν στην καρδιά τους οι άνθρωποι.


Η ταινία περιέχει σκηνές που έχουν μείνει κλασικές και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες ταινίες, όπως η σκηνή όπου παρουσιάζονται οι  σκιτσογράφοι που σχεδιάζουν τους μάρτυρες, τη στιγμή που καταθέτουν στο Δικαστήριο.  Η σκηνή της εμφάνισης των φωτογραφιών πολαρόιντ μπροστά από το κρεβάτι του θύματος ,υπό τον ήχο του αναπνευστήρα, η σκηνή της ανακοίνωσης της προδοσίας απότον Μόρισέι στον Γκάλβιν στο δρόμο, χωρίς τον ήχο στις φωνές τους και αρκετές άλλες , έχουν μείνει κλασικές και κρατούν τη δύναμή τους στο πέρασμα των χρόνων.

Γενικά, η σκηνοθεσία του Λουμέτ είναι καταπληκτική, προβάλλοντας το ανθρώπινο πρόσωπο των ηρώων, με αμεσότητα ,απλότητα και χωρίς υπερβολές. Όπως και σε άλλες , επιτυχημένες ταινίες του, εστιάζει στο ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων και παρουσιάζει το κοινωνικό «σκηνικό» στο οποίο λειτουργούν ,με έναν τρόπο που έχει μια θεατρικότητα  .Εμφανίζει τις λιγότερες δυνατές λεπτομέρειες ,χωρίς flash backs ή αφηγητή  .Μαθαίνουμε για το παρελθόν των ηρώων με μικρές αναφορές, όμως αυτό είναι αποτυπωμένο απόλυτα στις ενέργειές τους και τα λόγια τους, όπως θα συνέβαινε σε μια θεατρική παράσταση. 
Παρουσιάζει ανθρώπους που πιθανόν να γνωρίζουμε και επιτυγχάνει εύκολα την ταύτιση του θεατή ,χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα. Δεν εξιδανικεύει και δεν υπερβάλλει.  Η φωτογραφία είναι εξαιρετική ,τα τοπία ως σκηνικά παίζουν μεγάλο ρόλο στην παρουσίαση της δράσης, ενώ μεγάλο ρόλο παίζει το χρώμα . (Για παράδειγμα, στη σκηνή που ο Πολ Νιούμαν ταξιδεύει για να βρει τη μάρτυρα , όπου υπάρχει μια έκρηξη του μπλε χρώματος).  Οι σκηνές του δικαστηρίου, γυρισμένες με λιτότητα και οικονομία, δεν κουράζουν και δίνουν στους ηθοποιούς την ευκαιρία να ανεβάσουν σταδιακά την ένταση και να «παρασύρουν» το θεατή στην παρακολούθηση της δίκης. Ο Λουμέτ αποσπά , όπως πάντα, εκπληκτικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του, ενισχύοντας τις αυθόρμητες αντιδράσεις τους, δίνοντας  μεγάλο βάρος στην πρόβα και κάνοντας λίγες λήψεις . Ο Λουμέτ, που ξεκίνησε ως σκηνοθέτης στην τηλεόραση, έχει πολλές φορές κατηγορηθεί ως «τηλεοπτικός», ωστόσο ο τρόπος του έχει εκπληκτικό αποτέλεσμα στο σύνολο σχεδόν των ταινιών του.














Δεν υπάρχει μουσικό θέμα, παρά μόνο ένα μουσικό"χαλί". Η μουσική παίζει το δικό της ρόλο στην ένταση κάποιων σκηνών, τονίζει την αβεβαιότητα και το αδιέξοδο των ηρώων.
Το σενάριο του Ντέιβιντ Μάμετ είναι η πρωτογενής δύναμη της ταινίας. Όλα βρίσκονται εκεί. Ανθρώπινοι ήρωες, γεμάτοι αδυναμίες, που θα βρεθούν στα όριά τους στην εξέλιξη της υπόθεσης . Η αυτοπεποίθηση και η δύναμη των ηρώων τίθεται συνεχώς σε αμφισβήτηση , οι αξίες τους μπαίνουν συνεχώς σε κρίση, όλα βρίσκονται σε μια συνεχή αστάθεια , κάνοντας εξαιρετικά δύσκολη κάθε προσπάθεια. Η εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά και η προσωπική ζωή των ηρώων  δέχονται συνεχείς ανατροπές , που βγάζουν στην επιφάνεια τον πραγματικό εαυτό τους. Η αβεβαιότητα κάνει εξαιρετικά δύσκολη την πορεία των ανθρώπων προς την αλήθεια και το σωστό . «Τα πράγματα αλλάζουν» ,είτε προς το καλό ,είτε προς το κακό , τίποτα δεν είναι σταθερό, όλα μπορούν να χαθούν ανά πάσα στιγμή, αλλά και ο,τιδήποτε μοιάζει αδύνατο , ένα άπιαστο όνειρο, μπορεί να συμβεί ,αν οι άνθρωποι βγάλουν τον αληθινό τους εαυτό και καταβάλουν την προσπάθεια να πράξουν το σωστό. Χωρίς την παραμικρή «δασκαλίστικη» νοοτροπία, χωρίς καθόλου μελό χωρίς να εκβιάζει ποτέ το συναίσθημα, χωρίς να κουνάει ποτέ το δάκτυλο, παρά μόνο  ανεβάζοντας συνεχώς την αβεβαιότητα και το απρόοπτο,  παρουσιάζει την περιπέτεια των ηρώων, σε επίπεδο ηθικής κυρίως, βάζοντας τον θεατή σε μια ανάλογη δοκιμασία . Η ένταση των σκηνών έχει ως σύμμαχο την αληθοφάνεια των σκηνών και το ηθικό ζήτημα που κρίνεται στην εξέλιξη της υπόθεσης. Οι τελικές σκηνές δεν βρίσκονταν στο αρχικό σενάριο, όπου η απόφαση δεν ανακοινωνόταν , προφανώς αφήνοντας τον θεατή να δώσει από μόνος του το τέλος που θα πίστευε πως ταιριάζει. Ωστόσο, με την ανακοίνωση της απόφασης και την αξέχαστη τελική σκηνή του τηλεφώνου που χτυπάει , η ταινία αποκτάει περισσότερη δύναμη, προσφέροντας  πληροφορίες στο θέμα του αλκοολισμού του Φρανκ ,το οποίο έχουμε δει από την αρχή, που ανεβάζουν το τελικό αποτέλεσμα.
Η ερμηνεία του Πολ Νιούμαν είναι μια από τις καλύτερές του. Απόλυτα πειστικός, χωρίς υπερβολές και χωρίς καμιά διάθεση εξιδανίκευσης του ήρωα που υποδύεται, «τσαλακώνεται» και παρουσιάζει τον προβληματικό ξεπεσμένο δικηγόρο, που μάχεται να κάνει το σωστό. Παρουσιάζει τις κρίσεις του αλκοολισμού με ρεαλιστικό τρόπο, δείνει την παρακμή του, αλλά καταφέρνει να τον κάνει συμπαθή, χάρη  στον αγώνα που κάνει και στην πίστη του στα ιδανικά του. Ανθρώπινος,  αλλά και σταθερός στα όσα πιστεύει, έχει «πιάσει πάτο» αλλά προσπαθεί να ξεφύγει και να σηκωθεί. Το ρόλο ήταν αρχικά ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που όμως ζήτησε να τροποποθοιηθεί το σενάριο και να μην υπάρχει το θέμα του αλκοολισμού. Το σενάριο του Ντέιβιντ Μάμετ είχε αποσυρθεί , η σκηνοθεσία είχε δοθεί σε άλλον σκηνοθέτη και η ταινία που θα γυριζόταν θα ήταν μάλλον μια τυπική δικαστική ταινία ,που ίσως και να είχε ξεχαστεί. Όταν ο Σίντνε’ι’ Λουμέτ ανέλαβε τη σκηνοθεσία, το αρχικό σενάριο του Ντέιβιντ Μάμετ επανήλθε και ο πρωταγωνιστής Πολ Νιούμαν χωρίς καμιά νοοτροπία «σταρ» (που ήταν, ασφαλώς) συμφώνησε στην παρουσίαση του ήρωα όπως υπάρχει στην ταινία. Η δύναμη της ταινίας και το γεγονός πως παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αγέραστη στο πέρασμα των χρόνων χρωστάει πάρα πολλά στην απόφαση να γυριστεί με το σενάριο, τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή που γυρίστηκε. Ο Πολ Νιούμαν σε συνέντευξή του, μερικά χρόνια μετά την ταινία, δήλωσε πως ο ρόλος του στην ταινία αυτή είναι πιο κοντά στον πραγματικό του εαυτό περισσότερο από κάθε άλλον.



Εξαιρετικός ο Τζακ Γουόρντεν, ένας από τους καλύτερους δευτεραγωνιστές που υπήρξαν ποτέ στον κινηματογράφο, απόλυτα πειστικός και υποστηρικτικός, προσφέρει στον Πολ Νιούμαν στήριξη παρόμοια με αυτή που προσφέρει ο ρόλος του στο ρόλο του .


Ο Τζέιμς Μέισον, κλασικός Άγγλος ηθοποιός,  με πάρα πολλές ταινίες στο ενεργητικό του, είναι τέλειος και απόλυτα συναρπαστικός στο ρόλο του αντίπαλου δικηγόρου, που δεν έχει κανένα ηθικό φραγμό στην παραποίηση της αλήθειας, ενδιαφέρεται μόνο για τη νίκη και μπορεί να κάνει τα πάντα για να κερδίσει.  Η ερμηνεία του Τζέιμς Μέισον είναι ένα από τα ισχυρά «ατού» της ταινίας και την κάνει αξέχαστη. Λίγες φορές έχει παρουσιαστεί τόσο άψογα ο τύπος του απόλυτα διεφθαρμένου ανθρώπου, που φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό που ζητάει το επάγγελμά του και η κοινωνική πραγματικότητα. Ο Κονκάνον είναι πιστός το «γράμμα του νόμου» και σε τίποτε άλλο, δεν τον ενδιαφέρει το δίκαιο, ούτε οι άνθρωποι,  δουλεύει για να κερδίζει και ξέρει να κερδίζει,απολαμβάνοντας τον σεβασμό και την παραδοχή όλων. Ακόμα και ο Γκάλβιν αρχικά λέει πως ο Κονκάνον είναι «καλός άνθρωπος», έχει πείσει τους πάντες .
( Τότε ο παλιός καθηγητής του, Μορισέι του απαντάει πως πρόκειται για τον «πρίγκηπα του σκότους».)




Η Σαρλότ Ράμπλινγκ είναι επίσης άψογη στην ερμηνεία της, πειστικότατη, παίζοντας με έναν τρόπο εσωτερικό και χωρίς την παραμικρή υπερβολή.  Η όμορφη και στυλάτη, αλλά αρκετά σκοτεινή παρουσία της ,καθώς και οι πρόσφατες σχετικά επιτυχημένες ερμηνείες της στους « Δέκα δολοφόνους για τον ντετέκτιβ Μάρλοου»και κυρίως στον « Θυρωρό της νύχτας» προσφέρουν στην ταινία. Ερμηνεύει τέλεια μια γυναίκα που έχει περάσει πολλά , έχει σκληρύνει , αλλά είναι και, κατά κάποιο τρόπο εγκλωβισμένη στον τρόπο ζωής της. Η ερμηνεία της Ράμπλιγκ στηρίζει και αυτή εξαιρετικά το ρόλο του Πολ Νιούμαν, ως η αγαπημένη του και η υποστηρικτής, αλλά ,κυρίως, η κριτής του και το έναυσμα να προχωρήσει μπροστά.
 Η Λίντσε’ι’ Κράουζ, γυναίκα τότε του Ντέιβιντ Μάμετ, σε ένα σχετικά μικρό , αλλά κρίσιμο ρόλο ,είναι επίσης εξαιρετική, προσφέροντας τη μόνη ,σχεδόν, συναισθηματικά φορτισμένη ερμηνεία  στην ταινία, που λειτουργεί εξαιρετικά στην ταινία.
Όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί, ένας-ένας και συμβάλλουν , ο καθένας με τον τρόπο του, στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος στην ταινία και στην εξέλιξη της υπόθεσης, με την παρουσία  και τις ερμηνείες τους.
 Η ταινία ήταν υποψήφια για 5 όσκαρ,αλλά δεν κέρδισε κανένα , λόγω της επέλασης του «Γκάντι» τη χρονιά του 1983. Ο Πολ Νιούμαν σίγουρα το άξιζε, όπως και  ο Τζέιμς Μέισον και ο Σίντνει Λουμέτ.  Όμως παραμένει αξέχαστη, με την αξία της να παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα των χρόνων, κυρίως λόγω της απλότητας και αμεσότητάς της και των υπέροχων ερμηνειών των πρωταγωνιστών.




Στον κατάλογο των «λαθών»που πολλές φορές καταλογίζονται σε κάθε ταινία, συγκαταλέγεται το παράνομο της πράξης του Φρανκ Γκάλβιν να απορρίψει την χρηματική προσφορά της αντίπαλης πλευράς για συμβιβασμό. Ωστόσο, κατά την προσωπική μου (απαισιόδοξη) άποψη, αυτό που δεν θα περίμενα πως θα συνέβαινε αληθινά, είναι ο δόκτωρ Τάουλερ και ο δικηγόρος του να επιτρέψουν στη μάρτυρα Κοστέλο να καταθέσει (όχι να θεωρήσουν άκυρη την κατάθεσή της). Η συμπεριφορά του να μη μιλήσει και να ακουστεί η κατάθεσή της, δείχνει μια παραδοχή πως έκανε λάθος και δέχεται όσα μπορεί να επακολουθήσουν. Αυτή η «υπερήφανη» συμπεριφορά φαίνεται αδύνατη στη σύγχρονη, τουλάχιστον, εποχή. Γενικότερα, δύσκολα θα είχε την έκβαση που παρουσιάζεται  μια τέτοια υπόθεση.  Γι’αυτό υπάρχει όμως (υπήρχε τουλάχιστον) και το σινεμά  ...