Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

The Hateful Eight . Μια πρόβα , από όπου μπορούσαμε και να λείπουμε…


Από τον τίτλο της ταινίας , που παραπέμπει στους «Υπέροχους 7» , με τον «Τζάνγκο» να είναι η προηγούμενη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, με τη μουσική τουΈνιο Μορικόνε και το τρέιλερ που θυμίζει γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, το αναμενόμενο είναι η απόλυτη ψυχαγωγία.  Η βία σε μια ταινία του Ταραντίνο είναι αναμενόμενη. Όπως αναμενόμενοι  είναι και οι ανάγλυφοι χαρακτήρες , που έχουν κάποιο παρελθόν και που θα παίξουν ένα ρόλο στην εξέλιξη μιας ιστορίας , που θα είναι μάλλον απρόβλεπτη .
Η ταινία καταφέρνει να παρουσιάσει τους χαρακτήρες αυτούς με επιτυχημένο τρόπο, παρουσιάζοντας το παρελθόν τους και δίνοντας μια ξεχωριστή θέση στον καθένα στην πλοκή .Τα βασικά χαρακτηριστικά που έκαναν ξεχωριστές τις ταινίες του Ταραντίνο, η παρουσίαση σε ενότητες  με αρχή, μέση και τέλος και η ανατροπή με την παρουσίαση γεγονότων που έχουν προηγηθεί της  κύριας ιστορίας ,  βρίσκονται και εδώ και είναι μάλλον τα πιο θετικά της ταινίας. Μια άμαξα η οποία μεταφέρει έναν κυνηγό επικηρυγμένων με μια καταζητούμενη, ένας άλλος κυνηγός που θα μπει σε αυτήν, κι ένας ακόμη επιβάτης, θα αναγκαστούν εξαιτίας μιας χιονοθύελλας να μείνουν σε ένα πανδοχείο , όπου βρίσκονται και άλλα πρόσωπα και εκτυλίσσεται μια ιστορία , στην οποία τελικά εμπλέκονται όλοι.
Το πρόβλημα με την ταινία είναι πως αυτή η αστυνομικού τύπου πλοκή (που ούτως ή άλλως δεν ταιριάζει απόλυτα στο είδος του γουέστερν) και η τοποθέτηση της ιστορίας μέσα σε μια άμαξα στο πρώτο μισό της ταινίας και μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο στο δεύτερο μισό,  φέρνει σε δεύτερη μοίρα τη δράση. Με πρόσφατη την ανάμνηση του «Τζάγκο» ,αλλά και από τις προηγούμενες ταινίες του , θα περιμέναμε την καταιγιστική δράση .Ο Ταραντίνο δήλωσε πρόσφατα πως έχει σκοπό να κάνει 10 μόνο ταινίες (με αυτήν να είναι η 8η του) και πως σκέφτεται να στραφεί στη δημιουργία θεατρικών έργων. Αυτή η ταινία μοιάζει όντως με θεατρικό έργο, καθώς τα πάντα είναι ο διάλογος και εκτυλίσσεται σε κλειστό χώρο. Ως ένα τέτοιο «πείραμα» μόνο μπορεί κανείς να καταλάβει αυτήν την ταινία. Ένα θεατρικό έργο με το στυλ του Ταραντίνο.    Σίγουρα ,αν ξεκινά να γράφει για το θέατρο, αυτό το έργο δεν θα είναι το καλύτερό του, όπως σίγουρα αυτή δεν είναι η καλύτερη ταινία του. Το «Reservoir Dogs”,  πρώτη του ταινία, με τα ίδια «θεατρικά» δεδομένα ήταν πολύ επιτυχημένο, εξαιρετικά πρωτότυπο για την εποχή του έργο, που είχε τα χαρακτηριστικά μιας αρχαίας τραγωδίας  , ενσωματωμένα πολύ ταιριαστά στους κώδικες μιας ταινίας για τη μαφία.
Αν με την πρώτη του ταινία ο Ταραντίνο συνδυάζει τη μαφία με τον Ευριπίδη, εδώ κρατά κάποια στοιχεία του Αριστοφάνη,που του ταιριάζουν (οι αναφορές στη δουλεία και το ρατσισμό, στους πολέμους και την εξουσία, καθώς και το σεξιστικό χιούμορ), αλλά επιχειρεί να συμπεριλάβει στο πείραμά του και το αστυνομικό θρίλερ, την Αγκάθα Κρίστι και τον Ρόμπερτ Τομά («Οχτώ γυναίκες κατηγορούνται») . Εκεί μάλλον δεν πετυχαίνει το «μείγμα».
Η πλοκή δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον . Το θέμα του «μυστηρίου» είναι σχετικά αδιάφορο .Δεν δημιουργείται αγωνία , παρά μόνο εντυπωσιασμός, με σκηνές ακραίας βίας.  Ακόμη και το γέλιο σε μια ιστορία που δεν έχει ενδιαφέρον είναι δύσκολο.  Ακόμη κι αν δεχθούμε πως ο Ταραντίνο προετοιμάζεται για το θέατρο,  δεν είναι εύκολο να δεχθούμε πως η υπερβολή στη βία και οι ακραίες σκηνές, όπου τα πάσης φύσεως εντόσθια πρωταγωνιστούν, οι σοκαριστικές σκηνές στα όρια ψυχοπάθειας  , το σεξιστικό ,παρακμιακό και όχι πάντα πετυχημένο χιούμορ και ,γενικά, η εμμονή στην πρόκληση ,  ταιριάζουν στο θέατρο.  Το θέατρο δεν έχει να κάνει με το «σπλάττερ», κι αυτή η ταινία έχει  χαρακτήρες , έχει σπλάττερ , αλλά δεν έχει τίποτε άλλο. Η πλοκή είναι μόνο το πρόσχημα  και χωρίς την πλοκή μυστήριο δεν γίνεται.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ταινίας  είναι πως ο Ταραντίνο τη γύρισε  με φιλμ και σε πλάτος  2.76:1 , σε σύστημα Panavision.  Έξυπνο για τη διαφήμιση της ταινίας, καθώς θα ήταν ένας λόγος για να τη δει κανείς στην αίθουσα. Ενώ όμως η ταινία ξεκινά με ένα εντυπωσιακό τοπίο, που αναδεικνύεται με αυτήν την τεχνοτροπία,  για τη συνέχεια το καδράρισμα αυτό  ελάχιστα έχει να προσφέρει στα πλάνα που έχουν γυριστεί σε μια άμαξα και ένα δωμάτιο. Δεν είναι άσχημο, όμως δεν ήταν και απαραίτητο. Δεν έχουμε τις σκηνές του Κολοράντο του «Κάποτε στη Δύση» του Σέρτζιο Λεόνε, ούτε της γαλέρας του «Μπεν Χουρ» του Ουίλιαμ Ουάιλερ.
Από την ταινία απουσιάζουν επίσης τα μεγάλα ονόματα . Η παρουσία ενός Κριστόφ Βαλτζ  ή ενός Ρόμπερτ Ντε Νίρο έκανε την οποιαδήποτε αδυναμία στην ιστορία πιο ασήμαντη. Ο Κερτ Ράσελ ήταν μέτριος στο αποτυχημένο “Death Proof”, εδώ ωστόσο είναι πολύ καλός.  Ο Τιμ Ροθ ήταν καταπληκτικός στο «ReservoirDogs”,  εδώ όμως είναι μέτριος. Γενικά πάντως , οι ηθοποιοί, εκτός του κλασικού «μα’ι’ντανού» του Ταραντίνο ,Μάικλ Μάντσεν, που είναι πάντα μια καρικατούρα, είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους.

 Ο Ταραντίνο είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτή τη φορά δεν του βγήκε. Όμως ξέρει σινεμά , έχει πάθος και έχει αποδείξει πως έχει ταλέντο. Ακόμη κι αν κάνει δυο ταινίες ακόμη και συνεχίσει με θέατρο ή ο,τιδήποτε άλλο, θα καταφέρει να το φέρει στα μέτρα του.

The Renevant : Μια χαμένη ευκαιρία


Μια ταινία γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε φυσικά τοπία , με καταπληκτική φωτογραφία , όμορφο ρυθμό,  υποβλητική και καθηλωτική, με υπέροχες ερμηνείες από τους  πρωταγωνιστές.
Πολύ ενδιαφέρουσα η επιλογή του χρόνου και του τόπου της δράσης.  Η Αμερική του 1820, οι κυνηγοί άποικοι , με μόνο στόχο την επιβίωση , αντιμέτωποι με τους  ιθαγενείς  και με τις φυσικές συνθήκες.  Άψογα κινηματογραφημένο και τεχνικά άρτιο, με κυρίαρχο το φυσικό τοπίο και το φακό να αποθανατίζει τέλεια την κάθε σκηνή σε εύρος , σε εστίαση και σε κίνηση, η ταινία του Αλεχάντρο Ιναρίτου ένα πραγματικό σκηνοθετικό κατόρθωμα και κομψοτέχνημα . Η δουλειά του Εμάνουελ Λουμπένζκι μια από τις καλύτερες  που έχουν ποτέ γίνει στη φωτογραφία .  Ο ήχος είναι άψογος , ενώ καταπληκτική είναι και η μουσική ο Ρουίτσι Σακαμότο,  σε αρμονική σχέση με την επιβλητικότητα και την αγριότητα του τοπίου ,το μοτίβο του αγώνα για επιβίωση και την έμφαση στο ένστικτο και τα πρωτόγονα ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Χωρίς να έχει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, η ταινία είχε τις ιδανικές προ’υ’ποθέσεις  της απόλυτης αληθοφάνειας για την αφήγηση μιας ρεαλιστικής ενδιαφέρουσας ιστορίας .  Παράλληλα, ο δημοφιλής πρωταγωνιστής , που υπερβαίνει τον εαυτό του σε επίπεδο ερμηνείας, μαζί με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, που είναι όλοι εξαιρετικοί στους ρόλους τους,  έδιναν την ευκαιρία της ταύτισης στον θεατή. Όμως , μολονότι η ταινία υποτίθεται πως βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να πείσει για κάτι τέτοιο. Ο πρωταγωνιστής επιβιώνει εξαρχής  και εξακολουθεί και στη συνέχεια αρκετές φορές να αποφεύγει το θάνατο κατά τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί. Οι εξηγήσεις που δίνονται δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές. Παρακολουθούμε συνεχώς μια αναληθοφανή ιστορία να εξελίσσεται  σε ένα τέλεια αληθοφανές τοπίο . Η εξαιρετική αληθοφάνεια του τοπίου λειτουργεί δηλαδή ανασταλτικά στην παρουσίαση μιας  ιστορίας που δεν μπορεί να είναι αληθινή.
 Οι σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν μάλιστα με χρονολογική σειρά . Το να ακολουθεί όμως μια σκηνή που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή μια ανάλογη που επίσης  είναι γεμάτη υπερβολές , δεν σημαίνει όμως κάτι στη διαδοχή των γεγονότων.
 Ταυτόχρονα, ενώ η φύση τοποθετείται σε πρωταγωνιστικό ρόλο,  κάτι πολύ σημαντικό, (με τους Ινδιάνους να παρουσιάζονται με πολύ σωστό τρόπο,  επίσης θετικό,) η ταινία φαίνεται να υιοθετεί μια παρουσίαση των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων με τον κλασικό τρόπο του «καλού» και του «κακού». Ο καλός γίνεται στόχος του κακού, που επιχειρεί να τον σκοτώσει και σκοτώνει το γιο του , όμως ο καλός επιβιώνει και επιστρέφει να εκδικηθεί ...

Ένας από τους σκηνοθέτες που κατάφεραν με αριστουργηματικό τρόπο να παρουσιάσουν τη σχέση ανθρώπου και φύσης ήταν ο Βέρνερ Χέρτζογκ. Πέτυχε , σε όλες του σχεδόν τις ταινίες, αυτό που δεν πετυχαίνει ο Ιναρίτου στο “Renevant”.  Βάζοντας ως πρωταγωνιστή το φυσικό τοπίο και τον άνθρωπο να μάχεται για την επιβίωση, κράτησε απόλυτα σταθερή αυτή του τη στάση, προσδίδοντας την αληθοφάνεια που χρειαζόταν στις ταινίες του, αλλά και δίνοντας στους χαρακτήρες του το απόλυτο εύσημο του πραγματικού ήρωα, που είχε «δαμάσει» την αγριότητα της φύσης και είχε κατακτήσει άξια τη συνύπαξή του σ’αυτήν και το δικαίωμα να ζει. Εδώ ο ήρωας φαίνεται να κερδίζει εκ των προτέρων και μάλιστα καταφέρνει να επιβιώνει , ενώ ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται τόσο για την επιβίωσή του, όπως δηλώνει, αλλά κυρίως για να την απονομή εκδίκησης.  Το τοπίο δρα ως πηγή έμπνευσης στον ήρωα, ως υποστηρικτής της προσπάθειάς του, δεν του επιτίθεται , παρά μόνο αμύνεται . Το τοπίο παίρνει το μέρος του , ενώ αυτός είναι ένας κυνηγός και μάλιστα ένας ξένος άποικος . Το τοπίο μάλιστα θα εκδικηθεί για λογαριασμό του. Αυτό είναι το κύριο σφάλμα της ταινίας.
Το σινεμά του Τέρενς Μάλικ με τον ποιητικό του τρόπο , στην απόδοση της σχέσης ανθρώπου και φύσης , αλλά κυρίως στη σημασία της ανθρώπινης ζωής στο φυσικό πλαίσιο και την αρμονία της φύσης ως καθοριστικό στοιχείο του χαρακτήρα της ανθρώπινης δραστηριότητας, υπενθυμίζεται και αυτό εδώ. Η ταινία όμως χάνει τη δυνατότητα να περάσει στο επίπεδο της ποίησης και δεν καταφέρνει να έχει κανένα λυρικό χαρακτήρα, γιατί φλερτάρει με το έπος.
Ομοιότητες υπάρχουν και με το «Νεκρό» του Τζάρμους. Θα ήταν επιτυχημένη, πραγματικά, σε όλα τα επίπεδα η ταινία , αν είχε ανάλογο σεναριακό προσανατολισμό. Ένα παγούρι διαλύει κάθε ελπίδα για μια περίπτωση να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα…
 Σε κάποια σημεία η ταινία θυμίζει το «Μονομάχο» του Ρίντλε’ι’ Σκοτ και το “Braveheart” . Με κύριες ομοιότητες στην αφήγηση της ιστορίας ενός ανθρώπου που μάχεται με σκοπό να εκδικηθεί για την απώλεια της οικογένειάς του ,τα οράματα των χαμένων αγαπημένων προσώπων να καθορίζουν τη σχέση του με τη ζωή και το θάνατο, αλλά και την αρχική σκηνή της μάχης και την τελική σκηνή της μονομαχίας.
Δεν βοηθά όμως εδώ τόσο το μοτίβο αυτό.  Τόσο ο «Μονομάχος», όσο και το “Braveheart” ήταν έπη . Παρουσίαζαν ιστορίες με τον ηρω’ι’κό τρόπο που τους ταίριαζαν και βρίσκονταν μακρυά από οποιοδήποτε ρεαλισμό. Οι υπερβολές  στο «Μονομάχο» εξυπηρετούσαν τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα ενός βίαιου παραμυθιού, που με επιτυχημένο  τρόπο συνδύαζε τις μεταφυσικές αναφορές με το άγγιγμα της γης και , ανάλογα, το «Braveheart» παρουσίαζε μια ηρω’ι’κή ιστορία επανάστασης.
Ένας από τους σκηνοθέτες που κατάφεραν με αριστουργηματικό τρόπο να παρουσιάσουν τη σχέση ανθρώπου και φύσης ήταν ο Βέρνερ Χέρτζογκ. Πέτυχε , σε όλες του σχεδόν τις ταινίες, αυτό που δεν πετυχαίνει ο Ιναρίτου στο “Renevant”.  Βάζοντας ως πρωταγωνιστή το φυσικό τοπίο και τον άνθρωπο να μάχεται για την επιβίωση, κράτησε απόλυτα σταθερή αυτή του τη στάση, προσδίδοντας την αληθοφάνεια που χρειαζόταν στις ταινίες του, αλλά και δίνοντας στους χαρακτήρες του το απόλυτο εύσημο του πραγματικού ήρωα, που είχε «δαμάσει» την αγριότητα της φύσης και είχε κατακτήσει άξια τη συνύπαξή του σ’αυτήν και το δικαίωμα να ζει. Εδώ ο ήρωας φαίνεται να κερδίζει εκ των προτέρων και μάλιστα καταφέρνει να επιβιώνει , ενώ ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται τόσο για την επιβίωσή του, όπως δηλώνει, αλλά κυρίως για να την απονομή εκδίκησης.  Το τοπίο δρα ως πηγή έμπνευσης στον ήρωα, ως υποστηρικτής της προσπάθειάς του, δεν του επιτίθεται , παρά μόνο αμύνεται . Το τοπίο παίρνει το μέρος του , ενώ αυτός είναι ένας κυνηγός και μάλιστα ένας ξένος άποικος . Το τοπίο μάλιστα θα εκδικηθεί για λογαριασμό του. Αυτό είναι το κύριο σφάλμα της ταινίας.
Το σινεμά του Τέρενς Μάλικ με τον ποιητικό του τρόπο , στην απόδοση της σχέσης ανθρώπου και φύσης , αλλά κυρίως στη σημασία της ανθρώπινης ζωής στο φυσικό πλαίσιο και την αρμονία της φύσης ως καθοριστικό στοιχείο του χαρακτήρα της ανθρώπινης δραστηριότητας, υπενθυμίζεται και αυτό εδώ, χωρίς να επιτυγχάνεται ένα ανάλογο επίπεδο .
Ομοιότητες υπάρχουν και με το «Νεκρό» του Τζάρμους. Ένα παγούρι διαλύει κάθε ελπίδα για μια περίπτωση να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα…
Υπάρχουν και άλλες ταινίες , ακόμη και από τον αμερικάνικο κινηματογράφο, με ανάλογο θέμα , όπως το “Deliverance” του Τζον Μπούρμαν (1972) και άλλες , όπου παρουσιάζεται η σχέση ανθρώπου και φύσης, με τη φύση να εκδικείται για την αλαζονεία και την επιθετικότητα του ανθρώπου. Ο ήρωας του Ιναρίτου όμως θυμίζει περισσότερο τον… Τζον Ράμπο, που πληγώνεται , ράβεται και επιβιώνει από τους πάντες και τα πάντα, που σκοτώνει τους «κακούς» και όλα λειτουργούν υπέρ του. Ακόμη και αν πεθάνει, είναι γιατί το επέλεξε.
Χαμένη ανάμεσα στο λυρισμό και το έπος ,ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική, η ταινία δεν καταφέρει να αρθρώσει μια καινούρια λέξη και μένει ως μια ενθύμηση των ταινιών στις οποίες αναφέρεται και στις οποίες προσπαθεί να μοιάσει.
Πανέμορφα ,ενδεικτικά του επιπέδου στο οποίο θα μπορούσε να σταθεί η ταινία, είναι  τα αποφθέγματα που επαναλαμβάνονται:
«Όσο μπορείς να αναπνέεις , να μάχεσαι.»
«Δεν φοβάμαι να πεθάνω. Το έχω κάνει ήδη».
«Η εκδίκηση είναι στα χέρια του Θεού, όχι τα δικά μου».

Ειδικά η τελευταία φράση , που τοποθετείται και σαν κατακλείδα στην ταινία, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να βρίσκεται σε ταινία πλατειάς κυκλοφορίας της αμερικανικής βιομηχανίας.

Ωστόσο, η ταινία ως σύνολο δεν καταφέρνει να πείσει και δεν μένει στη μνήμη για πολύ χρόνο μετά την προβολή της. Μένουν κάποια εντυπωσιακά αποσπάσματα, αλλά όχι η ταινία αυτή καθ’αυτή.  Μοιάζει με μια χαμένη ευκαιρία , καθώς πετυχαίνει στα δύσκολα και χάνεται στα εύκολα.