Από τον τίτλο της ταινίας , που παραπέμπει στους «Υπέροχους
7» , με τον «Τζάνγκο» να είναι η προηγούμενη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, με
τη μουσική τουΈνιο Μορικόνε και το τρέιλερ που θυμίζει γουέστερν του Σέρτζιο
Λεόνε, το αναμενόμενο είναι η απόλυτη ψυχαγωγία. Η βία σε μια ταινία του Ταραντίνο είναι
αναμενόμενη. Όπως αναμενόμενοι είναι και
οι ανάγλυφοι χαρακτήρες , που έχουν κάποιο παρελθόν και που θα παίξουν ένα ρόλο
στην εξέλιξη μιας ιστορίας , που θα είναι μάλλον απρόβλεπτη .
Η ταινία καταφέρνει να παρουσιάσει τους χαρακτήρες αυτούς με
επιτυχημένο τρόπο, παρουσιάζοντας το παρελθόν τους και δίνοντας μια ξεχωριστή
θέση στον καθένα στην πλοκή .Τα βασικά χαρακτηριστικά που έκαναν ξεχωριστές τις
ταινίες του Ταραντίνο, η παρουσίαση σε ενότητες
με αρχή, μέση και τέλος και η ανατροπή με την παρουσίαση γεγονότων που
έχουν προηγηθεί της κύριας ιστορίας
, βρίσκονται και εδώ και είναι μάλλον τα
πιο θετικά της ταινίας. Μια άμαξα η οποία μεταφέρει έναν κυνηγό επικηρυγμένων
με μια καταζητούμενη, ένας άλλος κυνηγός που θα μπει σε αυτήν, κι ένας ακόμη
επιβάτης, θα αναγκαστούν εξαιτίας μιας χιονοθύελλας να μείνουν σε ένα πανδοχείο
, όπου βρίσκονται και άλλα πρόσωπα και εκτυλίσσεται μια ιστορία , στην οποία
τελικά εμπλέκονται όλοι.
Το πρόβλημα με την ταινία είναι πως αυτή η αστυνομικού τύπου
πλοκή (που ούτως ή άλλως δεν ταιριάζει απόλυτα στο είδος του γουέστερν) και η
τοποθέτηση της ιστορίας μέσα σε μια άμαξα στο πρώτο μισό της ταινίας και μέσα
σε ένα μεγάλο δωμάτιο στο δεύτερο μισό,
φέρνει σε δεύτερη μοίρα τη δράση. Με πρόσφατη την ανάμνηση του «Τζάγκο»
,αλλά και από τις προηγούμενες ταινίες του , θα περιμέναμε την καταιγιστική
δράση .Ο Ταραντίνο δήλωσε πρόσφατα πως έχει σκοπό να κάνει 10 μόνο ταινίες (με
αυτήν να είναι η 8η του) και πως σκέφτεται να στραφεί στη δημιουργία
θεατρικών έργων. Αυτή η ταινία μοιάζει όντως με θεατρικό έργο, καθώς τα πάντα
είναι ο διάλογος και εκτυλίσσεται σε κλειστό χώρο. Ως ένα τέτοιο «πείραμα» μόνο
μπορεί κανείς να καταλάβει αυτήν την ταινία. Ένα θεατρικό έργο με το στυλ του
Ταραντίνο. Σίγουρα
,αν ξεκινά να γράφει για το θέατρο, αυτό το έργο δεν θα είναι το καλύτερό του,
όπως σίγουρα αυτή δεν είναι η καλύτερη ταινία του. Το «Reservoir Dogs”, πρώτη του ταινία, με τα ίδια «θεατρικά» δεδομένα
ήταν πολύ επιτυχημένο, εξαιρετικά πρωτότυπο για την εποχή του έργο, που είχε τα
χαρακτηριστικά μιας αρχαίας τραγωδίας ,
ενσωματωμένα πολύ ταιριαστά στους κώδικες μιας ταινίας για τη μαφία.
Αν με την πρώτη του ταινία ο Ταραντίνο συνδυάζει τη μαφία με
τον Ευριπίδη, εδώ κρατά κάποια στοιχεία του Αριστοφάνη,που του ταιριάζουν (οι
αναφορές στη δουλεία και το ρατσισμό, στους πολέμους και την εξουσία, καθώς και
το σεξιστικό χιούμορ), αλλά επιχειρεί να συμπεριλάβει στο πείραμά του και το
αστυνομικό θρίλερ, την Αγκάθα Κρίστι και τον Ρόμπερτ Τομά («Οχτώ γυναίκες
κατηγορούνται») . Εκεί μάλλον δεν πετυχαίνει το «μείγμα».
Η πλοκή δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον . Το θέμα του
«μυστηρίου» είναι σχετικά αδιάφορο .Δεν δημιουργείται αγωνία , παρά μόνο
εντυπωσιασμός, με σκηνές ακραίας βίας. Ακόμη
και το γέλιο σε μια ιστορία που δεν έχει ενδιαφέρον είναι δύσκολο. Ακόμη κι αν δεχθούμε πως ο Ταραντίνο
προετοιμάζεται για το θέατρο, δεν είναι
εύκολο να δεχθούμε πως η υπερβολή στη βία και οι ακραίες σκηνές, όπου τα πάσης
φύσεως εντόσθια πρωταγωνιστούν, οι σοκαριστικές σκηνές στα όρια ψυχοπάθειας , το σεξιστικό ,παρακμιακό και όχι πάντα
πετυχημένο χιούμορ και ,γενικά, η εμμονή στην πρόκληση , ταιριάζουν στο θέατρο. Το θέατρο δεν έχει να κάνει με το «σπλάττερ»,
κι αυτή η ταινία έχει χαρακτήρες , έχει
σπλάττερ , αλλά δεν έχει τίποτε άλλο. Η πλοκή είναι μόνο το πρόσχημα και χωρίς την πλοκή μυστήριο δεν γίνεται.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι πως ο Ταραντίνο τη γύρισε με φιλμ και σε πλάτος 2.76:1 , σε σύστημα Panavision. Έξυπνο για τη διαφήμιση της ταινίας, καθώς θα
ήταν ένας λόγος για να τη δει κανείς στην αίθουσα. Ενώ όμως η ταινία ξεκινά με
ένα εντυπωσιακό τοπίο, που αναδεικνύεται με αυτήν την τεχνοτροπία, για τη συνέχεια το καδράρισμα αυτό ελάχιστα έχει να προσφέρει στα πλάνα που έχουν
γυριστεί σε μια άμαξα και ένα δωμάτιο. Δεν είναι άσχημο, όμως δεν ήταν και
απαραίτητο. Δεν έχουμε τις σκηνές του Κολοράντο του «Κάποτε στη Δύση» του
Σέρτζιο Λεόνε, ούτε της γαλέρας του «Μπεν Χουρ» του Ουίλιαμ Ουάιλερ.
Από την ταινία απουσιάζουν επίσης τα μεγάλα ονόματα . Η
παρουσία ενός Κριστόφ Βαλτζ ή ενός
Ρόμπερτ Ντε Νίρο έκανε την οποιαδήποτε αδυναμία στην ιστορία πιο ασήμαντη. Ο
Κερτ Ράσελ ήταν μέτριος στο αποτυχημένο “Death Proof”, εδώ ωστόσο είναι πολύ καλός. Ο Τιμ Ροθ ήταν καταπληκτικός στο «ReservoirDogs”, εδώ όμως είναι μέτριος. Γενικά πάντως , οι
ηθοποιοί, εκτός του κλασικού «μα’ι’ντανού» του Ταραντίνο ,Μάικλ Μάντσεν, που
είναι πάντα μια καρικατούρα, είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους.
Ο Ταραντίνο είναι μια
ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτή τη φορά δεν του βγήκε. Όμως ξέρει σινεμά , έχει πάθος
και έχει αποδείξει πως έχει ταλέντο. Ακόμη κι αν κάνει δυο ταινίες ακόμη και
συνεχίσει με θέατρο ή ο,τιδήποτε άλλο, θα καταφέρει να το φέρει στα μέτρα του.

